Γράφει ο Δημήτρης Κονιδάρης

Η πολυσυζητημένη παράσταση με θέμα τη ζωή του Νίκου Ξυλούρη, που σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία κατά τη χειμερινή περίοδο, επιτέλους ξεκίνησε το ταξίδι της στην επαρχία με πρώτο σταθμό το Σαϊνοπούλειο αμφιθέατρο στην Σπάρτη τη Δευτέρα 29 Ιουνίου.

Η αλήθεια είναι ότι πηγαίνοντας στο θέατρο είχα μεγάλες προσδοκίες που, σε αντίθεση με τον γνωστό ήρωα του Καρόλου Ντίκενς, εκπληρώθηκαν και με το παραπάνω. Ο σκηνοθέτης και επιμελητής των κειμένων Νικορέστης Χανιατάκης, ευρύτερα γνωστός κατά το τελευταίο διάστημα από την ταινία «Καποδίστριας», έκανε αριστουργηματική δουλειά προβάλλοντας αναλυτικά τα κυριότερα σημεία της  μυθικής πορείας του Νίκου Ξυλούρη έως τον θάνατό του στις 8 Φεβρουαρίου 1980. Τα δε κείμενα της Ζαχαρένιας Πετράκη άγγιξαν με αξιοθαύμαστη λεπτομέρεια το σύνολο του βασικότερου έργου του ερμηνευτή και έδωσαν μια πλήρη εικόνα ακόμα και σε μη επαΐοντες της βιογραφίας του και της καλλιτεχνικής προσφοράς του. Σημειωτέον ότι σύμβουλος δραματουργίας ήταν η κ. Ουρανία Μελαμπιανάκη-Ξυλούρη προσδίδοντας ακόμα μεγαλύτερη αξία στο δρώμενο. Από την άλλη πλευρά, το εγχείρημα των συντελεστών  δεν ήταν καθόλου εύκολο αφού έπρεπε να χωρέσουν οι κομβικοί σταθμοί της ζωής του μέσα σε μια παράσταση δυόμισι ωρών με πολλή μουσική.

Αρχικά προβλήθηκε ένα σύντομο βίντεο με θέμα τα παιδικά χρόνια του πρωταγωνιστή στα Ανώγεια, μετά την καταστροφή από τους Γερμανούς, όπου δόθηκε βαρύτητα στην κλίση του οκτάχρονου τότε Νίκου για τη μουσική και ιδιαιτέρως τη λύρα. Αξιοσημείωτη ήταν  η συμβουλή του δασκάλου στον πατέρα του Νίκου (Ψαρογιώργη) να αφήσει τον μικρό να ακολουθήσει το ταλέντο του.

Η παράσταση ξεκίνησε με την πορεία του νεαρού Ξυλούρη, που τον υποδύθηκε υπέροχα ο Αιμιλιανός Σταματάκης,  στην Κρήτη, στα πρώτα του βήματα στα πανηγύρια όπου έβγαζε τα προς το ζην, τη γνωριμία με την μετέπειτα γυναίκα του Ουρανία Μελαμπιανάκη, τον έρωτά τους, το πώς κλέφτηκαν και τελικώς πώς παντρεύτηκαν απέναντι στις αντιξοότητες αφού η οικογένεια της Ουρανίας ήταν πλουσιότερη και ο πατέρας της δεν ήθελε ούτε να ακούσει για τον  λυράρη από τα Ανώγεια. Η παραμονή του ζευγαριού στο Ηράκλειο δεν ήταν εύκολη αφού στα τέλη της δεκαετίας του 1950 κυριαρχούσε περισσότερο η ευρωπαϊκή μουσική ενώ η παραδοσιακή κρητική είχε τεθεί στο περιθώριο. Ωστόσο η φιλοδοξία του Νίκου και των συνεργατών του ήταν να αλλάξουν σταδιακά το πλαίσιο αυτό και τελικώς το κατάφεραν με την κλιμακούμενη ενσωμάτωση στο πρόγραμμα με τα ευρωπαϊκά κομμάτια και κάποιων  παραδοσιακών τραγουδιών της Κρήτης. Σιγά σιγά αύξαναν τον αριθμό των παραδοσιακών και έγιναν οι φορείς μιας  μικρής επανάστασης στην Κρήτη. Πολύ σημαντικό στοιχείο της πορείας του ήταν ο πρώτος του δίσκος τον Νοέμβριο του 1958 στην ODEON του Μάτσα με την εγγύηση του Παύλου Βαρδινογιάννη που θα κάλυπτε τα έξοδα σε περίπτωση αποτυχίας. Και ήταν πραγματικά εξαιρετική  η αποτύπωση όλων αυτών των σταθμών, κάτι που είναι αρκετά δυσχερές για θεατρικό με σχετικά περιορισμένη χρονική διάρκεια.

Ακολούθησε ένα χρονικό άλμα μερικών  ετών και παρουσιάστηκαν  περιεκτικά και αριστοτεχνικά τα επόμενα βήματα που τον οδήγησαν στην καταξίωση με τη γνωριμία με τον Τάκη Λαμπρόπουλο, ισχυρό άνδρα της Columbia, κυρίαρχης δισκογραφικής εταιρείας της εποχής. Η ώθηση από τον Λαμπρόπουλο τον οδήγησε στη μετακόμιση στην Αθήνα, τη γνωριμία με τον θεατρικό συγγραφέα και στιχουργό Ερρίκο Θαλασσινό και την καινούργια αρχή στην πρωτεύουσα με τη συνεργασία με τον χαρισματικό Κρητικό συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Εδώ φάνηκαν και οι προβληματισμοί του Ξυλούρη που δυσκολευόταν με τους στίχους του Κώστα Μύρη (σ.σ. Κώστα Γεωργουσόπουλου) στον δίσκο «Χρονικό» (σε μουσική Μαρκόπουλου) αλλά το ταλέντο του ερμηνευτή και το αλάνθαστο ένστικτό του τον οδήγησαν σε λαμπρές ερμηνείες. Παράλληλα ξετυλίχθηκε το πλαίσιο της γνωριμίας με τον Σταύρο Ξαρχάκο που εξελίχθηκε σε δυνατή φιλία και ιστορική συνεργασία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της άκρως ενδιαφέρουσας απόδοσης της ζωής του πρωταγωνιστή ακούγονταν  πασίγνωστα τραγούδια όπως «Αποχαιρετισμός» (Μεσοπέλαγα αρμενίζω), «Ερωτόκριτος» (Θλιβερά μαντάτα), «Όσο βαρούν τα σίδερα», «Φιλεντέμ», «Αητός» με το κοινό της Σπάρτης να συμμετέχει σε κάθε τραγούδι. Δόθηκε (και σωστά) ιδιαίτερη έμφαση στον δίσκο με τα Ριζίτικα με την ενορχήστρωση του Μαρκόπουλου, που αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από το δικτατορικό καθεστώς λόγω του τραγουδιού «Πότε θα κάνει ξαστεριά» με τον Τάκη Λαμπρόπουλο να κάνει μεγάλες προσπάθειες για την κυκλοφορία του.

Ακολούθησαν βεβαίως και οι αναφορές στην «Ιθαγένεια» των Μαρκόπουλου και Μύρη αλλά και στο «Διόνυσε καλοκαίρι μας» του Σταύρου Ξαρχάκου που σημείωσε τεράστια επιτυχία. Από τον δίσκο αυτό ακούστηκε το πολυτραγουδισμένο «Αυτόν τον κόσμο τον καλό» σε στίχους του Βασίλη Ανδρεόπουλου. Και στο σημείο αυτό δεν είναι δυνατόν να μην σχολιαστεί ευμενέστατα το ότι η παράθεση τόσων βιογραφικών στοιχείων που δεν δίνονταν πάντα (και δεν χρειαζόταν άλλωστε) σε απόλυτη χρονολογική σειρά, όχι μόνο δεν κούρασε αλλά δημιουργούσε ανυπομονησία για τη συνέχεια. Αναμφιβόλως σε αυτό έπαιξε καθοριστικότατο ρόλο η μουσική επένδυση με τα τραγούδια που προαναφέρθηκαν καθώς και αυτά που ακούσαμε στη συνέχεια.

Η εμφάνιση στη σκηνή του Χριστόδουλου Χάλαρη ήταν αναμενόμενη καθώς και η περιγραφή της σχέσης τους. Από τη συνεργασία τους ακούστηκε  το «Κόρην φιλί εζήτησε». Ασφαλώς ξεχωριστό κεφάλαιο στην παράσταση ήταν «Το μεγάλο μας τσίρκο», η σπουδαιότερη μουσικοθεατρική παράσταση των τελευταίων δεκαετιών, που έκανε πρεμιέρα στις 22-6-1973 με τους αριστουργηματικούς στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη και την εμπνευσμένη μουσική του Στ. Ξαρχάκου. Αναλύθηκε εν συντομία το πλαίσιο δημιουργίας του έργου και έγινε αρκετά εκτενής αναφορά στις περιπέτειες των πρωταγωνιστών Καρέζη και Καζάκου, που συνελήφθησαν από το χουντικό καθεστώς, ενώ μεγάλες πιέσεις ασκήθηκαν και στον λαοφιλέστατο Ξυλούρη. Τονιστέον ότι ο περίφημος πλέον χαρακτηρισμός «Αρχάγγελος της Κρήτης» αποδόθηκε από τη Τζένη Καρέζη κατά τις παραστάσεις αυτές που συγκέντρωσαν εκατοντάδες χιλιάδες κόσμο. Ειδικά το σημείο όπου ακούστηκε ο στίχος «Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι…» ζήσαμε μια από τις πλέον συνταρακτικές στιγμές της βραδιάς.

Τα γνωστά  γεγονότα του Πολυτεχνείου παρουσιάστηκαν με τον προσήκοντα σεβασμό και ξεχωριστή δραματικότητα αφού ο Ξυλούρης ήταν μέσα στο κτήριο του Πολυτεχνείου. Κατά την αποτύπωση των γεγονότων ακούστηκε και ο περιλάλητος «Θούριος» του Ρήγα με την επική μουσική του Χρήστου Λεοντή σε μια από τις 2-3 καλύτερες στιγμές της παράστασης. Επιπροσθέτως περιγράφηκε αναλυτικά η ιστορία από το «Καπνισμένο τσουκάλι» (σε ένα από δύο κορυφαία έργα της Μεταπολίτευσης στη χώρα μας) σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου και μουσική Χρ. Λεοντή με το «Και να αδελφέ μου» να ακούγεται. Αξιοσημείωτη η βαρύτητα που δόθηκε στη βραχύβια αλλά ιστορική συνεργασία  Λεοντή-Ξυλούρη καθώς και στη φιλία τους.

Φυσικά αναφέρθηκε η συνεργασία του ερμηνευτή με τον Γ. Μαρκόπουλο στο έτερο κορυφαίο έργο της Μεταπολίτευσης, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» σε ποίηση Διονυσίου Σολωμού μετά από  μια περίοδο που είχε σταματήσει η σύμπραξή τους λόγω της συνεργασίας του ερμηνευτή με άλλους συνθέτες.

Επίσης, η σχέση με την κόρη του Ρηνιώ ξεδιπλώθηκε σε μεγάλο βαθμό προβάλλοντας τις ανησυχίες και τη στενοχώρια ενός μικρού παιδιού που δεν μπορούσε να χαρεί τον πατέρα του όσο θα ήθελε λόγω της δουλειάς του και της επιτυχίας του.

Οπωσδήποτε η τόσο προσεγμένη εργασία των συντελεστών δεν θα μπορούσε να παραλείψει τη συνεργασία με τον Ηλία Ανδριόπουλο στον «Κύκλο Σεφέρη» και τον Λίνο Κόκοτο (ακούστηκε το «Γεννήθηκα σε μια στιγμή» από τα «Αντιπολεμικά» σε στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου). Επιπλέον η αναφορά στον Λουκά Θάνο και στο «Σάλπισμα» ήταν επιβεβλημένη με το τραγούδι-σύμβολο «Η μπαλάντα του κυρ-Μέντιου» με τους στίχους του Κώστα Βάρναλη. Η συνολική δουλειά ήταν τόσο μελετημένη που περιλάμβανε το τραγούδι «Ο ταχυδρόμος πέθανε» που είναι και η μοναδική καταγεγραμμένη ερμηνεία του Ξυλούρη σε σύνθεση του Χατζιδάκι αφού δεν υπήρξε επίσημη δισκογραφική συνεργασία τους.

Η αναφορά στην αρρώστια που τον οδήγησε στο πρόωρο τέλος ήταν διεξοδική και εμπεριστατωμένη προκαλώντας ρίγη συγκίνησης με τα γνωστότατο «Μάνα κι αν έλθουν οι φίλοι μου» και «Έβαλε ο Θεός σημάδι»  να διαπερνούν την ατμόσφαιρα και να φθάνουν στα αυτιά και την ψυχή των θεατών.

Συνηθίζουμε στο πλαίσιο μιας κριτικής να αναφερόμαστε ξεχωριστά αν όχι σε όλους τουλάχιστον στους περισσότερους συντελεστές μιας παράστασης. Εδώ, όμως, δεν θα ακολουθήσουμε την πεπατημένη διότι αφενός δεν κάνουμε κλασική κριτική και αφετέρου μόνο καλά λόγια έχουμε να πούμε για όλους. Η ομάδα του Νικορέστη Χανιωτάκη δούλεψε σαν μια γροθιά και παρουσίασε ένα άρτιο και μεστό αποτέλεσμα που περιλάμβανε τους περισσότερους από τους καθοριστικούς σταθμούς στη δύσκολη αλλά μεγαλειώδη πορεία του Αρχαγγέλου της Κρήτης. Τα δε τραγούδια που ακούστηκαν δημιούργησαν μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα και παρακίνησαν εύκολα τον κόσμο να συμμετάσχει. Εντούτοις, τεράστια προσπάθεια κατέβαλαν και οι τεχνικοί του επιτελείου με τον κ. Βλάση Θεοδωρίδη να επιτυγχάνει να υπερκεράσει όλα τα δυσυπέρβλητα εμπόδια με τον ήχο αφού η παράσταση στο Σαϊνοπούλειο ήταν η πρώτη της περιοδείας και άρα σε εξωτερικό χώρο με ό,τι συνεπάγεται αυτό.

Εν κατακλείδι η ζωή και το έργο του Αρχάγγελου της Κρήτης αποτυπώθηκε ικανοποιητικότατα και πρόσφερε στο κοινό ένα εκρηκτικό μείγμα συναισθημάτων. Η παράσταση είναι από αυτές που δεν ξεχνιούνται και είναι απολύτως βέβαιο ότι θα αφήσει το στίγμα της στην καλοκαιρινή περιοδεία συγκλονίζοντας και  συγκινώντας σε δυσθεώρητο βαθμό. Προσωπικά μίλησα με αρκετούς θεατές μετά το τέλος του μουσικοθεατρικού έργου και όλοι ήταν από ενθουσιασμένοι έως συγκινημένοι. Είμαι απολύτως πεπεισμένος ότι αυτό θα συμβεί σε όλους τους  σταθμούς αυτού του ταξιδιού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ