Γράφει ο Παύλος Ζέρβας

Η Γαλλία είναι από εκείνες τις μουσικές χώρες που σε αναγκάζουν, πριν καν αρχίσεις, να παραδεχτείς τα όρια ενός αφιερώματος. Είναι τεράστια μουσική χώρα και σίγουρα δεν είναι δυνατόν να συμπεριλάβω όλο το καλλιτεχνικό στερέωμα της. Όσο κι αν προσπαθήσω, κάποιο όνομα θα λείπει, κάποια εποχή θα αδικηθεί…

Πριν ακόμη αρχίσει κανείς να μιλά για την Piaf, τον Aznavour, τον Gainsbourg ή τους Daft Punk, η Γαλλία έχει ήδη προλάβει να γεννήσει μια ολόκληρη μουσική εικόνα στο μυαλό μας. Όταν σκέφτομαι μουσικά τη Γαλλία, είναι σχεδόν αδύνατο να μη μου έρθει πρώτα στο μυαλό το Παρίσι: τα καμπαρέ, οι δρόμοι της Μονμάρτης, οι όχθες του Σηκουάνα, οι παλιές αίθουσες χορού, οι καφέ σκηνές και εκείνος ο χαρακτηριστικός ήχος του ακορντεόν που για δεκαετίες έντυσε τη λαϊκή παρισινή ζωή. Αυτή η μουσική εικόνα, με κάτι από νοσταλγία, θέατρο και αστική ρομαντική μελαγχολία, έγινε για πολλούς η πρώτη ταυτότητα της Γαλλίας.

Η γαλλική μουσική δεν είναι απλώς μια εθνική σκηνή. Είναι ένας ολόκληρος κόσμος που απλώνεται από τα καμπαρέ και το κλασικό γαλλικό τραγούδι μέχρι το yé-yé, το ροκ, την ηλεκτρονική μουσική, τη γαλλόφωνη pop, το rap, τις αφρικανικές και αραβικές επιρροές, αλλά και τη διεθνή εικόνα μιας χώρας που έμαθε να κάνει το τραγούδι σχεδόν λογοτεχνία.

Κι αυτό είναι ίσως το πρώτο που πρέπει να κρατήσει κανείς. Η Γαλλία δεν έβγαλε μόνο μεγάλες φωνές. Έβγαλε τραγούδια που μιλούν, ιστορίες που τραγουδιούνται, ερμηνευτές που μοιάζουν με ηθοποιούς και συνθέτες που αντιμετώπισαν το λαϊκό τραγούδι με την ίδια σοβαρότητα που άλλοι αντιμετωπίζουν την ποίηση. Η γαλλική μουσική άλλαξε πολλές φορές πρόσωπο χωρίς να χάσει εντελώς την εμμονή της με την ατμόσφαιρα και το στυλ.

Το γαλλικό τραγούδι: όταν η μουσική γίνεται αφήγηση

Το κλασικό γαλλικό τραγούδι δεν είναι απλώς ένα είδος. Είναι τρόπος αφήγησης. Εκεί ο στίχος, η ερμηνεία και η ιστορία έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν χρειάζεται πάντα φωνητικός εντυπωσιασμός. Χρειάζεται παρουσία. Χρειάζεται να πιστέψεις ότι ο άνθρωπος που τραγουδάει έχει ζήσει αυτό που λέει.

Η Édith Piaf παραμένει το απόλυτο σύμβολο αυτής της παράδοσης. Η φωνή της, σπασμένη και θεατρική, κουβαλάει το Παρίσι των δρόμων, των καμπαρέ, της φτώχειας, του έρωτα και της απώλειας. Το “La Vie en rose”, το “Non, je ne regrette rien” και τόσα άλλα τραγούδια δεν είναι απλώς γαλλικά κλασικά. Είναι κομμάτια μιας παγκόσμιας μυθολογίας γύρω από το τι σημαίνει γαλλικό τραγούδι.

Δίπλα της στέκεται ο Charles Aznavour, γιος Αρμένιων μεταναστών, γεννημένος στο Παρίσι, ένας από τους μεγαλύτερους αφηγητές του 20ού αιώνα. Ο Aznavour τραγούδησε τον έρωτα, τη μοναξιά, την ηλικία, τη διαφορετικότητα, την αποτυχία, την επιθυμία, με μια φωνή που δεν βασιζόταν στην τελειότητα αλλά στην αλήθεια της έκφρασης. Το “La Bohème” είναι σχεδόν μικρή ταινία για τη νεότητα που χάθηκε, ενώ το “Hier encore” συμπυκνώνει με σπάνια δύναμη τη νοσταλγία για τον χρόνο που πέρασε, τις χαμένες ευκαιρίες και την απόσταση ανάμεσα στη νεανική βεβαιότητα και τον απολογισμό της ζωής.

Ο Georges Brassens έφερε μια άλλη πλευρά του γαλλικού τραγουδιού: πιο γήινη, πιο ειρωνική, πιο σχεδόν αναρχική. Με την κιθάρα του, τη χαμηλόφωνη ερμηνεία του και τους στίχους του, έδωσε στο τραγούδι τη μορφή καθημερινής σοφίας. Ο Jacques Brel, αν και Βέλγος, είναι αδύνατον να λείπει από οποιαδήποτε συζήτηση για το γαλλόφωνο τραγούδι. Η ένταση με την οποία τραγουδούσε, η θεατρικότητα και η δραματική του γραφή τον έκαναν έναν από τους πιο επιδραστικούς ερμηνευτές της γαλλικής γλώσσας. Το “Ne me quitte pas” δεν ανήκει μόνο στο Βέλγιο ή στη Γαλλία. Aνήκει στο παγκόσμιο ρεπερτόριο της απελπισμένης ερωτικής εξομολόγησης.

Στο ίδιο σύμπαν ανήκουν η Barbara, η Juliette Gréco, ο Léo Ferré, ο Yves Montand, ο Henri Salvador και ο Georges Moustaki. Ο Moustaki, γεννημένος στην Αλεξάνδρεια με ελληνoεβραϊκές ρίζες, έγινε μία από τις πιο τρυφερές και φιλοσοφημένες φωνές του γαλλόφωνου τραγουδιού. Η Γαλλία, άλλωστε, πολλές φορές δεν λειτούργησε μόνο ως τόπος γέννησης καλλιτεχνών, αλλά ως τόπος υποδοχής, ζύμωσης και μεταμόρφωσης.

Από τα καμπαρέ στην pop εικόνα: yé-yé, σταρ και γαλλική γοητεία

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, η γαλλική νεολαία άρχισε να ακούει διαφορετικά. Η αμερικανική και βρετανική pop, το rock and roll και αργότερα οι Beatles επηρέασαν μια νέα γενιά, αλλά η Γαλλία δεν τα αντέγραψε απλώς. Τα μετέφρασε στο δικό της ύφος. Έτσι γεννήθηκε το yé-yé, μια νεανική pop κουλτούρα που είχε αθωότητα, μόδα, ραδιόφωνο, περιοδικά, κορίτσια-είδωλα και μια αίσθηση ότι η μεταπολεμική Ευρώπη ήθελε πια να χορέψει.

Η Françoise Hardy υπήρξε η πιο εσωτερική και μελαγχολική φιγούρα εκείνης της σκηνής. Το “Tous les garçons et les filles” δεν έγινε απλώς επιτυχία. Έγινε η εικόνα μιας νεολαίας που ένιωθε μόνη ακόμα κι όταν όλα γύρω της έμοιαζαν ανάλαφρα.

Η France Gall, με το “Poupée de cire, poupée de son”, έφερε την παιχνιδιάρικη, ευρωπαϊκή pop στο προσκήνιο, ενώ η Sylvie Vartan υπήρξε μια από τις σπουδαίες προσωπικότητες της εποχής.

Η Brigitte Bardot, παρότι περισσότερο σύμβολο του σινεμά και της εικόνας παρά καθαρά μουσική μορφή, συνδέθηκε με το γαλλικό pop φαντασιακό. Οι συνεργασίες και η σχέση της με τον Serge Gainsbourg έδωσαν τραγούδια που ένωναν τη μουσική με την πρόκληση, τη μόδα και την κινηματογραφική λάμψη.

Την ίδια περίοδο και λίγο αργότερα, η γαλλική pop γέμισε με πρόσωπα που έγιναν μαζικά αγαπητά. Ο Joe Dassin, Αμερικανός γεννημένος στη Νέα Υόρκη αλλά απόλυτα δεμένος με το γαλλικό τραγούδι, χάρισε στη Γαλλία τραγούδια όπως το “Les Champs-Élysées”.

Η Dalida, γεννημένη στο Κάιρο από ιταλική οικογένεια και πολιτογραφημένη Γαλλίδα, έγινε μία από τις πιο μυθικές μορφές της γαλλικής και μεσογειακής pop. Ο Claude François έφερε τη λάμψη του show, του χορού και της τηλεοπτικής pop. Ο Christophe, με το “Aline” και αργότερα με πιο ατμοσφαιρικές δουλειές, έδειξε ότι η γαλλική pop μπορούσε να είναι και ρομαντική και παράξενη.

Η Vanessa Paradis, που έγινε γνωστή στα 14 της με το “Joe le taxi”, συνέχισε αυτή τη γαλλική παράδοση όπου το τραγούδι, η εικόνα, η νεανική αθωότητα και το σινεμά συναντιούνται σε ένα πρόσωπο με διεθνή αναγνωρισιμότητα.

Η Marie Laforêt, ο Hervé Vilard, ο Jean-François Maurice και άλλοι καλλιτέχνες της ίδιας γενιάς, άφησαν τραγούδια που για πολλούς ακροατές ταυτίστηκαν με τη γαλλική μελωδία, ακόμη κι αν δεν υπήρξαν όλοι κεντρικοί αναμορφωτές της σκηνής.

Serge Gainsbourg: ο προβοκάτορας που άλλαξε τους κανόνες

Αν η Piaf είναι η ψυχή του παλιού γαλλικού τραγουδιού και ο Aznavour η μεγάλη ανθρώπινη αφήγησή του, ο Serge Gainsbourg είναι η στιγμή που η γαλλική μουσική κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη και αποφασίζει να γίνει επικίνδυνη. Ξεκίνησε από την jazz και το γαλλικό τραγούδι, πέρασε από την pop, το yé-yé, το reggae, το funk και την ηλεκτρονική αισθητική, και άφησε πίσω του ένα έργο που δεν χωρά εύκολα σε ένα είδος.

Ο Gainsbourg έγραφε τραγούδια σαν να έγραφε μικρά σενάρια γεμάτα υπαινιγμούς, ειρωνεία, αισθησιασμό και λογοπαίγνια. Το “Je t’aime… moi non plus” με την Jane Birkin έγινε παγκόσμιο σκάνδαλο, αλλά η σημασία του δεν βρίσκεται μόνο στην πρόκληση. Βρίσκεται στο ότι η γαλλική pop έπαψε να φοβάται την αμφισημία, το σώμα, την ειρωνεία και την παρακμή.

Η Jane Birkin, Βρετανίδα που έγινε γαλλικό πολιτιστικό σύμβολο, είναι άλλη μία υπενθύμιση ότι η ιστορία της γαλλικής μουσικής δεν είναι πάντα ιστορία γαλλικής καταγωγής. Είναι ιστορία μιας γλώσσας, μιας πόλης, μιας αισθητικής και μιας βιομηχανίας που μπορούσε να υιοθετήσει ξένους καλλιτέχνες και να τους μετατρέψει σε δικά της πρόσωπα.

Το γαλλικό ροκ και οι μεγάλοι λαϊκοί σταρ

Η Γαλλία δεν είχε ποτέ την ίδια διεθνή εικόνα στο rock που είχαν η Βρετανία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είχε δικό της ροκ κοινό ή δικούς της τεράστιους σταρ. Ο Johnny Hallyday είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Για τον υπόλοιπο κόσμο μπορεί να έμοιαζε με γαλλική εκδοχή του αμερικανικού rock and roll, αλλά στη Γαλλία υπήρξε κάτι πολύ μεγαλύτερο: ένας εθνικός σταρ, μια σκηνική δύναμη, ένας τραγουδιστής που γέμισε στάδια και πέρασε από γενιά σε γενιά.

Δίπλα σε αυτόν, ο Michel Polnareff έφερε πιο εκκεντρική pop-rock αισθητική, ο Michel Sardou έγινε μια από τις πιο εμπορικές και συζητημένες φωνές της Γαλλίας, ενώ ο Jean-Jacques Goldman υπήρξε από τους σημαντικότερους τραγουδοποιούς και δημιουργούς της νεότερης γαλλικής pop. Ο Goldman δεν είναι απαραίτητα τόσο γνωστός στο ελληνικό κοινό όσο η Piaf ή ο Aznavour, αλλά στη Γαλλία η επιρροή του είναι τεράστια, τόσο ως ερμηνευτή όσο και ως δημιουργού για άλλους.

Η Patricia Kaas, με το μείγμα γαλλικού τραγουδιού, jazz και pop, κράτησε ζωντανή την εικόνα της Γαλλίδας ερμηνεύτριας που μπορεί να είναι και λαϊκή και κομψή. Η Mylène Farmer, από την άλλη, πήρε τη γαλλική pop και την έντυσε με σκοτεινή θεατρικότητα, μεγάλες παραγωγές, εικόνα, βίντεο και μια σχεδόν cult σχέση με το κοινό της. Το “Désenchantée” έγινε ύμνος μιας γενιάς που ένιωθε απογοήτευση αλλά ήθελε να τη μετατρέψει σε pop έκρηξη.

Η γαλλόφωνη μουσική πέρα από τη Γαλλία

Ένα αφιέρωμα στη Γαλλία χρειάζεται προσοχή σε ένα σημείο: άλλο πράγμα η γαλλική μουσική με εθνική έννοια και άλλο η γαλλόφωνη μουσική. Η Γαλλία υπήρξε το κέντρο μιας γλώσσας που τραγουδήθηκε από καλλιτέχνες γεννημένους σε άλλες χώρες, αλλά συνδέθηκαν βαθιά με το γαλλικό ρεπερτόριο.

Η Céline Dion είναι το πιο προφανές παράδειγμα. Είναι Καναδή από το Κεμπέκ, όχι Γαλλίδα. Όμως η γαλλόφωνη καριέρα της, πριν και παράλληλα με την αγγλόφωνη παγκόσμια επιτυχία της, την κάνει αναπόσπαστο κομμάτι της ευρύτερης γαλλόφωνης pop. Στην ίδια λογική ανήκει και η Cœur de pirate, επίσης από το Κεμπέκ, που έφερε μια πιο νεανική, πιανιστική, indie-pop ευαισθησία στη γαλλόφωνη σκηνή του 21ου αιώνα.

Η Lara Fabian, Βελγοκαναδή με ιταλικές ρίζες, κινήθηκε ανάμεσα στη Γαλλία, το Βέλγιο και τον Καναδά, χτίζοντας μια μεγάλη γαλλόφωνη καριέρα με έντονα ερμηνευτικό, δραματικό ύφος.

Το ίδιο ισχύει, με διαφορετικούς όρους, για τον Jacques Brel από το Βέλγιο, τον Adamo, τον Claude Barzotti, αλλά και για τον Stromae, που ανήκει στο Βέλγιο αλλά έχει επηρεάσει βαθιά ολόκληρη τη γαλλόφωνη pop του 21ου αιώνα.

Ο Manu Chao είναι άλλη ειδική περίπτωση. Γεννημένος στο Παρίσι από Ισπανούς γονείς, κινήθηκε ανάμεσα στα γαλλικά, ισπανικά και αγγλικά, ανάμεσα στο punk, το reggae, τη latin μουσική και την πολιτική τραγουδοποιία. Δεν είναι «κλασικός Γάλλος τραγουδιστής», αλλά είναι χαρακτηριστικό πρόσωπο μιας Γαλλίας πολυγλωσσικής, μεταναστευτικής, ανήσυχης και διεθνιστικής.

Η ορχηστρική Γαλλία: μελωδίες χωρίς λόγια

Η γαλλική μουσική δεν έφτασε στον κόσμο μόνο μέσα από τραγουδιστές. Υπήρξε και μια ισχυρή παράδοση ορχηστρικής pop, easy listening και κινηματογραφικής μελωδίας. Ο Paul Mauriat είναι ίσως η πιο αναγνωρίσιμη μορφή, ειδικά χάρη στο “Love Is Blue”, που έγινε διεθνής επιτυχία. Ο Raymond Lefèvre και ο Franck Pourcel εκπροσώπησαν επίσης αυτή τη γαλλική σχολή ενορχηστρωμένης μελωδίας που ταξίδεψε σε ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και συλλογές σε όλο τον κόσμο.

Ο Richard Clayderman, με το πιάνο του και το “Ballade pour Adeline”, ανήκει σε μια πιο ρομαντική, εμπορική, instrumental παράδοση. Μπορεί να μην ανήκει στον σκληρό πυρήνα του γαλλικού τραγουδιού, αλλά είναι μέρος της εικόνας που είχε για δεκαετίες ο κόσμος για τη γαλλική μελωδική κομψότητα.

Από τον Jean-Michel Jarre στους Daft Punk: η Γαλλία της ηλεκτρονικής μουσικής

Κάποια στιγμή, η Γαλλία σταμάτησε να εξάγει μόνο ρομαντισμό και άρχισε να εξάγει ήχο για dancefloor. Ο Jean-Michel Jarre υπήρξε πρωτοπόρος της ηλεκτρονικής μουσικής με συμφωνική και θεαματική διάσταση. Τα άλμπουμ του και οι τεράστιες συναυλίες του έδειξαν ότι η ηλεκτρονική μουσική μπορούσε να έχει μαζικότητα, θέαμα και φουτουριστική φαντασία.

Στη δεκαετία του ’90 και στις αρχές του 2000, η French Touch έκανε τη Γαλλία παγκόσμιο σημείο αναφοράς. Οι Daft Punk, οι Air, οι Cassius, οι Stardust, αργότερα οι Justice, άλλαξαν την εικόνα της γαλλικής μουσικής. Οι Daft Punk, ειδικά, ένωσαν house, disco, funk, pop, ρομποτική εικόνα και μυστήριο, δημιουργώντας ένα από τα πιο επιδραστικά σχήματα της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής. Το “One More Time” δεν ακούστηκε σαν απλή επιτυχία. Ακούστηκε σαν η στιγμή που η γαλλική pop άφησε πίσω της τα καμπαρέ και τα ραδιόφωνα, μπήκε στο club και έγινε παγκόσμια γλώσσα.

Ο David Guetta εκπροσωπεί μια άλλη πλευρά: την πλήρη ένταξη της γαλλικής dance παραγωγής στο παγκόσμιο mainstream. Από τα clubs του Παρισιού μέχρι τις συνεργασίες με μεγάλα ονόματα της αμερικανικής pop και R&B, ο Guetta έγινε ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες του EDM ήχου που κυριάρχησε στα charts της δεκαετίας του 2010.

Η Γαλλία του rap, των προαστίων και της νέας ταυτότητας

Η σύγχρονη Γαλλία δεν ακούγεται μόνο σαν ακορντεόν, κλασικό γαλλικό τραγούδι ή ηλεκτρονική πολυτέλεια. Ακούγεται και σαν τα λαϊκά προάστια των μεγάλων γαλλικών πόλεων, εκεί όπου μεγάλωσε μεγάλο μέρος της rap σκηνής. Το γαλλικό hip hop είναι από τα ισχυρότερα στην Ευρώπη, με βαθιές ρίζες από τη δεκαετία του ’80 και του ’90.

Ο MC Solaar έδειξε ότι το rap στα γαλλικά μπορούσε να είναι ποιητικό, λεκτικά ευρηματικό και εμπορικά επιτυχημένο. Οι IAM από τη Μασσαλία και οι Suprême NTM από το Παρίσι έφεραν πιο σκληρή, κοινωνική και αστική πλευρά. Αργότερα, καλλιτέχνες και σχήματα όπως Booba, Diam’s, Orelsan, PNL, Jul, Ninho, Gims, Soolking, Gazo και Tiakola έδειξαν ότι η γαλλόφωνη urban σκηνή δεν είναι παρακλάδι της pop, αλλά κεντρικός κορμός της σημερινής μουσικής πραγματικότητας στη Γαλλία.

Εδώ αλλάζει και η ίδια η εικόνα της χώρας. Η Γαλλία του 21ου αιώνα δεν είναι μόνο το Παρίσι των καρτ ποστάλ. Είναι και οι μεγάλες πόλεις, τα προάστια, οι δεύτερες γενιές μεταναστών, οι γλώσσες που μπλέκονται, οι αφρικανικοί ρυθμοί, η trap, το afro-pop, η club κουλτούρα και μια νέα γενιά που δεν ζητά άδεια από την παλιά Γαλλία για να ορίσει τι σημαίνει γαλλική μουσική σήμερα.

Grand Corps Malade: όταν ο λόγος γίνεται μουσική

Ανάμεσα στο rap, την ποίηση και το προφορικό θέατρο, ο Grand Corps Malade είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες φωνές της σύγχρονης Γαλλίας. Το πραγματικό του όνομα είναι Fabien Marsaud και προέρχεται από το Seine-Saint-Denis, μια περιοχή που συνδέεται συχνά με τα λαϊκά προάστια και τη σύγχρονη αστική κουλτούρα γύρω από το Παρίσι. Δεν είναι τραγουδιστής με την κλασική έννοια. Είναι slameur: ένας καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί τον ρυθμικό λόγο, την αφήγηση και τη σκηνική παρουσία για να κάνει την ποίηση να ακουστεί σαν μουσική.

Το καλλιτεχνικό του όνομα, Grand Corps Malade, σημαίνει περίπου «Μεγάλο Άρρωστο Σώμα». Δεν είναι απλώς ευρηματικό ψευδώνυμο. Συνδέεται με την προσωπική του ιστορία. Το 1997, σε ηλικία περίπου 20 ετών, είχε σοβαρό ατύχημα σε πισίνα, όταν βούτηξε και τραυματίστηκε στη σπονδυλική στήλη. Οι γιατροί αρχικά του είπαν ότι δεν θα περπατούσε ξανά. Μετά από μακρά αποκατάσταση κατάφερε να ξανασταθεί στα πόδια του, αν και περπατά συνήθως με μπαστούνι. Αυτή η εμπειρία δεν έγινε απλώς βιογραφική λεπτομέρεια. Πέρασε στον τρόπο με τον οποίο μιλά για το σώμα, την απώλεια, την επιμονή, την αξιοπρέπεια και τη δεύτερη ευκαιρία.

Με άλμπουμ όπως το “Midi 20” και αργότερα με το “Mesdames”, αλλά και με το αυτοβιογραφικό βιβλίο και την ταινία “Patients”, ο Grand Corps Malade έδειξε ότι η σύγχρονη γαλλική μουσική δεν χρειάζεται πάντα να τραγουδιέται για να συγκινήσει. Μερικές φορές αρκεί ένας άνθρωπος όρθιος στη σκηνή, μια φωνή χαμηλή, λίγες λέξεις σωστά τοποθετημένες και η αίσθηση ότι η ποίηση μπορεί ακόμη να μιλήσει σε πολύ μεγάλο κοινό.

12 τραγούδια‑κλειδιά για να μπεις στη μουσική φιλοσοφία της Γαλλίας

Η παρακάτω 12άδα δεν είναι λίστα «των καλύτερων» γαλλικών τραγουδιών. Κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον αδύνατο και άδικο. Είναι μια διαδρομή, με χρονολογική σειρά, που δείχνει πώς μετακινήθηκε η γαλλική μουσική από το κλασικό ερμηνευτικό τραγούδι στην pop, στην πρόκληση, στο ροκ, στην ηλεκτρονική και στη σύγχρονη πολυπολιτισμική σκηνή.

Édith Piaf – “La Vie en rose” (1946)
Το τραγούδι που έγινε σχεδόν συνώνυμο της γαλλικής ρομαντικής εικόνας. Η Piaf δεν τραγουδά απλώς τον έρωτα, τον κάνει σκηνή, χρώμα, μνήμη και υπόσχεση.

Yves Montand – “Les feuilles mortes” (1949)
Ένα από τα μεγάλα τραγούδια της μεταπολεμικής Γαλλίας, σε στίχους Jacques Prévert και μουσική Joseph Kosma. Μελαγχολία, φθινόπωρο, μνήμη και κινηματογραφική ατμόσφαιρα.

Jacques Brel – “Ne me quitte pas” (1959)
Βέλγος, όχι Γάλλος, αλλά θεμελιώδης για το γαλλόφωνο τραγούδι. Μια ερμηνεία που μοιάζει με κατάρρευση μπροστά στο μικρόφωνο.

Charles Aznavour – “La Bohème” (1965)
Η νοσταλγία της νεότητας, της φτώχειας, της τέχνης και του Παρισιού που χάνεται. Ο Aznavour σε μία από τις πιο κινηματογραφικές στιγμές του.

France Gall – “Poupée de cire, poupée de son” (1965)
Η ιστορική Eurovision νίκη του 1965, συμμετέχοντας όμως με το Λουξεμβούργο, με τη νεαρή France Gall και την υπογραφή του Serge Gainsbourg, που έβαλε τη γαλλόφωνη ποπ στο κέντρο της ευρωπαϊκής σκηνής.

Serge Gainsbourg & Jane Birkin – “Je t’aime… moi non plus” (1969)
Το τραγούδι-σκάνδαλο που έδειξε ότι η γαλλική pop μπορούσε να γίνει αισθησιακή, απαγορευμένη, διεθνής και απόλυτα αναγνωρίσιμη.

Joe Dassin – “Les Champs-Élysées” (1969)
Η πιο φωτεινή, τουριστική, χαμογελαστή πλευρά της γαλλικής pop. Ένα τραγούδι που έγινε σχεδόν ηχητική καρτ ποστάλ του Παρισιού.

Johnny Hallyday – “Que je t’aime” (1969)
Ο Hallyday υπήρξε για τη Γαλλία πολύ περισσότερο από τραγουδιστής: υπήρξε θεσμός.

Dalida & Alain Delon – “Paroles, paroles” (1973)
Θέατρο, ερωτικό παιχνίδι, ιταλική προέλευση, γαλλική κομψότητα και δύο φωνές που μετατρέπουν έναν διάλογο σε pop μύθο.

Mylène Farmer – “Désenchantée” (1991)
Σκοτεινή, θεατρική, τεράστια pop στιγμή. Η Farmer φέρνει τη γαλλική pop σε μια εποχή μεγάλων βίντεο, συμβόλων και υπαρξιακής απογοήτευσης.

Daft Punk – “One More Time” (2000)
Η Γαλλία γίνεται παγκόσμια γλώσσα. House, disco, pop, ρομποτική εικόνα και ένας ήχος που ξεπέρασε τα clubs.

Aya Nakamura – “Djadja” (2018)
Η σημερινή πολυπολιτισμική Γαλλία σε ένα τραγούδι. Afro-pop, slang, αυτοπεποίθηση, streaming εποχή και μια νέα pop γλώσσα που δεν μοιάζει με το παλιό γαλλικό τραγούδι, αλλά ανήκει απολύτως στη σύγχρονη Γαλλία.

Σύγχρονοι mainstream καλλιτέχνες

Aya Nakamura
Η Aya Nakamura είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό πρόσωπο της νέας γαλλικής pop. Γεννημένη στο Μάλι και μεγαλωμένη στη Γαλλία, έγινε σύμβολο μιας πολυπολιτισμικής σκηνής που δεν βασίζεται στην παλιά εικόνα της γαλλικής κομψότητας, αλλά σε afro-pop ρυθμούς, urban γλώσσα, internet κουλτούρα και άμεση αυτοπεποίθηση. Το “Djadja” την έκανε διεθνώς αναγνωρίσιμη και έδειξε ότι η γαλλική γλώσσα μπορεί να ακουστεί σύγχρονη, χορευτική και παγκόσμια χωρίς να προσπαθεί να μιμηθεί τα αγγλικά.

Indila
Η Indila έγινε διεθνώς γνωστή με το “Dernière danse”, ένα τραγούδι που ένωσε δραματική pop, γαλλικό λυρισμό και μεσογειακή/ανατολίτικη ατμόσφαιρα. Η μουσική της πατάει σε πιο μελωδικό, κινηματογραφικό έδαφος και έδωσε σε νεότερο κοινό μια εικόνα της γαλλικής pop που είναι ταυτόχρονα ρομαντική, σκοτεινή και εύκολα μεταδόσιμη πέρα από τα σύνορα.

Zaz
Η Zaz εμφανίστηκε σαν σύγχρονη απάντηση στην παλιά εικόνα του γαλλικού τραγουδιού. Με το “Je veux” έφερε ξανά στο διεθνές κοινό έναν ήχο που παρέπεμπε σε δρόμο, jazz, gypsy swing, Παρίσι και ανεπιτήδευτη χαρά. Δεν είναι απλώς νοσταλγική, είναι η απόδειξη ότι το γαλλικό τραγούδι μπορεί να φορέσει σύγχρονα ρούχα χωρίς να αποκοπεί από την παράδοσή του.

Pomme
Η Pomme εκπροσωπεί μια πιο εσωτερική, χαμηλόφωνη και ποιητική πλευρά της σύγχρονης γαλλικής σκηνής. Με folk, indie και γαλλικό τραγούδι στο υπόβαθρο, γράφει τραγούδια που δίνουν χώρο στη λεπτομέρεια, στη μελαγχολία και στην προσωπική αφήγηση. Είναι mainstream με πιο ήπιο τρόπο: όχι επειδή κυριαρχεί με θόρυβο, αλλά επειδή έχει καταφέρει να φέρει μια ευαίσθητη τραγουδοποιία στο προσκήνιο.

Christine and the Queens / Rahim Redcar
Η Christine and the Queens, που πλέον κινείται καλλιτεχνικά και ως Rahim Redcar, έφερε στη γαλλική και διεθνή pop μια έντονη art-pop διάσταση. Χορός, performance, ταυτότητα, φύλο, σώμα και ηλεκτρονικός ήχος γίνονται μέρος μιας μουσικής που δεν λειτουργεί μόνο ως τραγούδι, αλλά και ως σκηνική δήλωση.

Gims
Ο Gims, πρώην μέλος των Sexion d’Assaut, είναι από τις πιο εμπορικές μορφές της γαλλόφωνης pop/rap. Με καταγωγή από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και καριέρα στη Γαλλία, εκπροσωπεί τη συνάντηση rap, pop, αφρικανικών επιρροών και μεγάλης ραδιοφωνικής απήχησης. Η επιτυχία του δείχνει πόσο κεντρική έχει γίνει η αφρικανική και μεταναστευτική εμπειρία στη σημερινή γαλλόφωνη μουσική.

Vianney
Ο Vianney κινείται σε πιο κλασική singer-songwriter και pop διαδρομή. Με κιθάρα, καθαρή μελωδία και προσιτή γραφή, συνδέει τη σύγχρονη γαλλική pop με την παράδοση του τραγουδοποιού. Είναι η πλευρά της σημερινής Γαλλίας που συνεχίζει να πιστεύει στο απλό, καλογραμμένο τραγούδι.

Clara Luciani
Η Clara Luciani έφερε μια κομψή, ρετρό αλλά απολύτως σύγχρονη pop αισθητική, με επιρροές από γαλλική pop, disco και τραγουδοποιία. Το “La grenade” την καθιέρωσε ως μια από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές της νέας γαλλικής σκηνής, με φεμινιστικό τόνο και στιβαρή pop ταυτότητα.

Juliette Armanet
Η Juliette Armanet συνεχίζει μια πιο πιανιστική, ρομαντική και θεατρική γραμμή της γαλλικής pop. Η μουσική της έχει κάτι από την παράδοση των μεγάλων ερμηνευτών, αλλά με σύγχρονη παραγωγή και ευαισθησία. Είναι από τις περιπτώσεις που δείχνουν ότι το γαλλικό τραγούδι δεν χρειάζεται να γίνει urban για να είναι σημερινό.

Angèle
Η Angèle είναι Βελγίδα, όμως ανήκει στο κέντρο της σημερινής γαλλόφωνης pop. Με τραγούδια που συνδυάζουν pop αμεσότητα, ηλεκτρονική παραγωγή, χιούμορ και κοινωνικό σχόλιο, έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα της νέας γενιάς. Όπως και ο Stromae, δείχνει ότι η γαλλόφωνη μουσική δεν σταματά στα σύνορα της Γαλλίας.

Stromae
Ο Stromae είναι επίσης Βέλγος, αλλά δεν μπορεί να λείπει από τη συζήτηση για τη σύγχρονη γαλλόφωνη μουσική. Ένωσε ηλεκτρονική μουσική, pop, αφρικανικές ρίζες, θεατρική εικόνα και εξαιρετικά δυνατή στιχουργική. Το “Alors on danse” τον έκανε διεθνές φαινόμενο, ενώ το “Papaoutai” έδειξε πόσο βαθιά μπορεί να γίνει η pop όταν μιλά για οικογένεια, απουσία και ταυτότητα.

David Guetta
Ο David Guetta είναι η πιο καθαρή περίπτωση Γάλλου παραγωγού που μπήκε στον παγκόσμιο μηχανισμό της pop. Αν η παλιά Γαλλία εξήγαγε ερμηνευτές, ο Guetta εξήγαγε ήχο, παραγωγή και club αισθητική. Με συνεργασίες με ονόματα της αμερικανικής και διεθνούς pop, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο να γίνει το EDM κυρίαρχο mainstream ρεύμα.

Jul και PNL
Ο Jul και οι PNL εκπροσωπούν διαφορετικές όψεις της σημερινής γαλλικής rap/trap πραγματικότητας. Ο Jul, με τεράστια παραγωγικότητα και λαϊκή απήχηση, συνδέεται με τη Μασσαλία και μια πιο άμεση, καθημερινή urban γλώσσα. Οι PNL, αντίθετα, έχτισαν μυστηριώδη, ατμοσφαιρική αισθητική, με cloud rap ήχο και ελάχιστη έκθεση στα παραδοσιακά μέσα. Μαζί δείχνουν πόσο μακριά έχει πάει η γαλλική σκηνή από τα στερεότυπα του παρελθόντος.

Μια χώρα που δεν χωρά σε μία εικόνα

Η Γαλλία μπορεί να είναι η Piaf κάτω από ένα παλιό φως σκηνής. Μπορεί να είναι ο Aznavour που αφηγείται μια ζωή σε τρία λεπτά. Μπορεί να είναι ο Gainsbourg που χαμογελά ειρωνικά πίσω από ένα σύννεφο καπνού. Μπορεί να είναι η Hardy με τη μελαγχολία της νεότητας, η Dalida με το δράμα της ντίβας, ο Hallyday με τη λαϊκή δύναμη του σταδίου, η Mylène Farmer με τη σκοτεινή pop τελετουργία, οι Daft Punk με κράνη και disco φουτουρισμό, η Aya Nakamura με μια νέα γλώσσα που δεν ζητά άδεια από κανέναν.

Η γαλλική μουσική δεν έχει μία μορφή. Έχει πολλές, και συχνά αντιφατικές. Είναι λόγος και εικόνα, παράδοση και μόδα, ποίηση και club, Παρίσι και Μασσαλία, καμπαρέ και λαϊκισμός, ρομαντισμός και πρόκληση. Και ίσως γι’ αυτό, όσο δύσκολο κι αν είναι να τη χωρέσεις σε ένα αφιέρωμα, αξίζει να προσπαθήσεις. Γιατί η Γαλλία δεν έδωσε απλώς τραγούδια στον κόσμο. Έδωσε τρόπους να τραγουδιέται μια ιστορία…

—————————————

Το μουσικό ταξίδι συνεχίζεται την επόμενη Κυριακή, με μια νέα χώρα και τους δικούς της ήχους.

—————————————

👉 Δείτε όλα τα αφιερώματα της σειράς «Οι μουσικές του πλανήτη»

—————————————

Κάθε Κυριακή ταξιδεύουμε μουσικά σε μια διαφορετική χώρα και ανακαλύπτουμε την ιστορία και τους ήχους της. Αν θέλετε να μη χάνετε κανένα από αυτά τα μουσικά ταξίδια, γραφτείτε παρακάτω στη σελίδα, στο newsletter του MusicCorner για να λαμβάνετε πρώτοι τα νέα άρθρα…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ