Γράφει ο Παύλος Ζέρβας
Το “500 Miles” κουβαλούσε ήδη μεγάλη διαδρομή πριν φτάσει στα χέρια των The Hooters. Ήταν από εκείνα τα τραγούδια της αμερικανικής folk παράδοσης που έμοιαζαν να έρχονται από πολύ παλιά. Λιτά, σχεδόν γυμνά, φτιαγμένα για έναν άνθρωπο που έχει φύγει μακριά από το σπίτι του και δεν μπορεί -ή δεν τολμά- να επιστρέψει. Μια μελωδία του αποχωρισμού, της φτώχειας και της αδυναμίας επιστροφής, που είχε περάσει από τη folk σκηνή των ’60s πριν ξαναβρεθεί, απροσδόκητα, μέσα στο ταραγμένο 1989.
Στα χέρια των Hooters το τραγούδι άλλαξε κέντρο βάρους. Δεν έχασε τη μοναξιά του ταξιδιώτη. Δεν έχασε το τρένο, τη σφυρίχτρα, την απόσταση, την αίσθηση ότι ο άνθρωπος βρίσκεται πια πολύ μακριά από ό,τι κάποτε αποκαλούσε πατρίδα. Αλλά πάνω σε αυτή την παλιά μελωδία, το συγκρότημα πρόσθεσε κάτι που το 1989 ήταν ακόμη νωπό και συγκλονιστικό: την εικόνα της πλατείας Τιενανμέν, τους φοιτητές της Κίνας, την κρατική καταστολή και τον άγνωστο άντρα που στάθηκε μόνος του μπροστά σε μια φάλαγγα από τανκς.
Έτσι, το “500 Miles” των Hooters δεν είναι απλώς μια διασκευή. Γίνεται μια προσπάθεια που μιλάει για τον εκπατρισμό, γίνεται τραγούδι για την πολιτική εξορία. Ένα παράπονο για την απόσταση γίνεται σχόλιο για την ελευθερία. Και μια μελωδία που κάποτε έμοιαζε να μιλά για έναν μοναχικό ταξιδιώτη, ξαφνικά μιλά για έναν ολόκληρο λαό που νιώθει ξένος μέσα στην ίδια του τη χώρα.
Από την Hedy West στην folk αναγέννηση των ’60s
Το “500 Miles” συνδέεται κυρίως με την Hedy West, Αμερικανίδα folk τραγουδίστρια από την Τζόρτζια, η οποία το κατοχύρωσε στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Η West δεν το παρουσίασε ως τραγούδι που ξεπήδησε από το πουθενά. Όπως συνέβαινε συχνά με τη folk μουσική, πήρε θραύσματα, μελωδικές μνήμες και παραδοσιακά μοτίβα από τον αμερικανικό Νότο και τα έπλασε σε μια μορφή που μπορούσε να σταθεί ως σύγχρονο τραγούδι.
Η μελωδική και θεματική του καταγωγή φαίνεται να ακουμπά σε παλιότερα τραγούδια του σιδηροδρόμου, ιδιαίτερα στο “900 Miles”, αλλά και σε ακόμη βαθύτερα στρώματα της αμερικανικής λαϊκής μουσικής. Ο σιδηρόδρομος στην αμερικανική folk δεν ήταν απλώς μέσο μετακίνησης. Ήταν σύμβολο φυγής, δουλειάς, φτώχειας, αποχωρισμού, περιπλάνησης. Πάνω στις ράγες ταξίδευαν εργάτες, μετανάστες, άνθρωποι που έψαχναν μια δεύτερη ευκαιρία, αλλά και άνθρωποι που είχαν χάσει κάθε σταθερό σημείο αναφοράς.
Γι’ αυτό το “500 Miles” ακούγεται τόσο απλό και τόσο παλιό ταυτόχρονα. Δεν χρειάζεται σύνθετη ιστορία. Ένας άνθρωπος είναι μακριά από το σπίτι του. Δεν έχει χρήματα. Δεν έχει τίποτα να δείξει. Και η επιστροφή δεν είναι πια μια απλή γεωγραφική διαδρομή. Είναι ντροπή, αδυναμία, ήττα. Η απόσταση των 500 μιλίων δεν είναι μόνο χιλιόμετρα. Είναι η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που ήσουν και σε αυτό που έχεις γίνει.
Στις αρχές των ’60s, το τραγούδι άρχισε να περνάει από στόμα σε στόμα μέσα στην αμερικανική folk σκηνή. Το ηχογράφησαν ή το τραγούδησαν καλλιτέχνες και σχήματα όπως οι The Journeymen, οι Kingston Trio και κυρίως οι Peter, Paul and Mary, οι οποίοι το έφεραν σε πολύ ευρύτερο κοινό μέσα από το ντεμπούτο άλμπουμ τους το 1962. Έναν χρόνο αργότερα, ο Bobby Bare το έκανε μεγάλη επιτυχία και στο country/pop ακροατήριο, με μια εκδοχή που το έβαλε ακόμη πιο βαθιά στη συλλογική μνήμη της Αμερικής.
Από εκεί και πέρα, το “500 Miles” έγινε κάτι σαν …ανοιχτό δοχείο! Μπορούσε να χωρέσει τον αποχωρισμό ενός εργάτη, τη μοναξιά ενός στρατιώτη, τη νοσταλγία ενός μετανάστη, την αμηχανία κάποιου που δεν έχει πια πρόσωπο να γυρίσει πίσω. Αυτή ακριβώς η ευρυχωρία του ήταν που θα το έκανε, δεκαετίες αργότερα, ιδανικό υλικό για τους Hooters.
Ποιοι ήταν οι Hooters όταν έφτασαν στο “500 Miles”
Οι The Hooters από τη Φιλαδέλφεια δεν ήταν ένα συγκρότημα που χωρούσε εύκολα σε μία ταμπέλα. Στη μουσική τους υπήρχε rock, pop, folk, reggae ρυθμός, μελωδίες με σχεδόν ευρωπαϊκή αίσθηση, αλλά και παραδοσιακά όργανα που δεν ακούγονταν συχνά στο αμερικανικό mainstream rock των ’80s. Ο Eric Bazilian και ο Rob Hyman, οι βασικοί δημιουργικοί πυρήνες της μπάντας, είχαν την ικανότητα να παίρνουν κάτι γνώριμο και να το κάνουν να μοιάζει φρέσκο χωρίς να το αποκόπτουν από τη ρίζα του.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 οι Hooters είχαν ήδη γνωρίσει επιτυχία με τραγούδια όπως το “And We Danced”, το “Day by Day” και το “All You Zombies”. Είχαν συμμετάσχει και στο Live Aid του 1985, καθώς η Φιλαδέλφεια ήταν μία από τις δύο μεγάλες σκηνές εκείνης της ιστορικής συναυλίας. Όμως μέχρι το τέλος της δεκαετίας, η ατμόσφαιρα γύρω τους είχε αλλάξει. Το 1989 δεν ήταν μια απλή χρονιά. Ήταν χρονιά ρωγμών. Έπεφταν καθεστώτα, άνοιγαν σύνορα, κατέρρεαν βεβαιότητες του Ψυχρού Πολέμου. Στην Ανατολική Ευρώπη ετοιμαζόταν η πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Στην Κίνα, όμως, η απαίτηση για μεταρρύθμιση και ελευθερία θα πνιγόταν στο αίμα.
Το άλμπουμ “Zig Zag”, που κυκλοφόρησε το 1989, αποτύπωσε αυτή τη μετατόπιση. Δεν ήταν απλώς ένας ακόμη δίσκος με δυνατά sing-along τραγούδια. Είχε πιο πολιτική ματιά, πιο σκοτεινό τόνο, μεγαλύτερη διάθεση να κοιτάξει τον κόσμο έξω από το στούντιο. Και εκεί, στη μέση περίπου αυτής της ιστορικής καμπής, οι Hooters επέλεξαν να διασκευάσουν το “500 Miles”.
Η επιλογή από μόνη της είχε νόημα. Ένα τραγούδι της folk αναγέννησης των ’60s, που είχε συνδεθεί με την αμερικανική παράδοση της διαμαρτυρίας και της κοινωνικής ευαισθησίας, περνούσε στα τέλη των ’80s μέσα από μια μπάντα που ήθελε πλέον να κοιτάξει ευθέως την εποχή της.
Η μεταμόρφωση: από τον μοναχικό ταξιδιώτη στον άνθρωπο χωρίς πατρίδα
Οι Hooters δεν γκρέμισαν το παλιό “500 Miles”. Δεν το έκαναν αγνώριστο. Κράτησαν τον πυρήνα του: την επανάληψη, την αίσθηση της απόστασης, το τρένο που φεύγει, τον άνθρωπο που χάνεται στον ορίζοντα. Όμως η ενορχήστρωση δίνει στο τραγούδι έναν διαφορετικό παλμό. Η δική τους εκδοχή δεν είναι τόσο γυμνή και εσωστρεφής όσο οι παλιές folk ηχογραφήσεις. Έχει ρυθμό, κίνηση, μια σχεδόν τελετουργική αίσθηση πορείας. Δεν ακούγεται σαν κάποιος να κάθεται μόνος του σε έναν σταθμό. Ακούγεται σαν να περπατά μέσα στην Ιστορία.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι η αλλαγή στους στίχους. Εκεί όπου το παραδοσιακό τραγούδι μιλούσε για έναν άνθρωπο που είναι μακριά από το σπίτι και χωρίς χρήματα, οι Hooters εισάγουν μια νέα διάσταση: τη χαμένη πατρίδα. Η γη που κάποτε αγαπούσε ο αφηγητής δεν του ανήκει πια. Αυτό είναι το σημείο όπου το τραγούδι φεύγει από τη σφαίρα της προσωπικής φτώχειας και μπαίνει στη σφαίρα της πολιτικής απώλειας.
Η φράση δεν χρειάζεται να εξηγήσει πολλά. Όταν κάποιος λέει ότι η χώρα που αγάπησε δεν είναι πια δική του, μπορεί να εννοεί εξορία. Μπορεί να εννοεί καταστολή. Μπορεί να εννοεί ότι η πατρίδα υπάρχει ακόμη στον χάρτη, αλλά έχει πάψει να είναι τόπος ελευθερίας. Οι Hooters παίρνουν ένα τραγούδι για την απόσταση και το κάνουν τραγούδι για την αποξένωση από την ίδια την πατρίδα.
Γι’ αυτό και η παρουσία των Peter, Paul and Mary στα φωνητικά έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Δεν είναι απλώς ένα ωραίο μουσικό εύρημα. Είναι σαν να εμφανίζεται μέσα στο τραγούδι η ίδια η μνήμη της αμερικανικής folk παράδοσης. Οι Peter, Paul and Mary ήταν από τα σχήματα που είχαν κάνει το “500 Miles” γνωστό στα ’60s και είχαν συνδεθεί με την εποχή των κοινωνικών κινημάτων, των αντιπολεμικών τραγουδιών, των πολιτικών διεκδικήσεων. Με τη συμμετοχή τους, η εκδοχή των Hooters δεν μοιάζει με απλή αναβίωση. Μοιάζει με συνομιλία δύο εποχών: των ’60s και του 1989.
Τιενανμέν: τι είχε συμβεί στην Κίνα το 1989
Για να καταλάβει κανείς γιατί οι Hooters φόρτισαν έτσι το τραγούδι, πρέπει να θυμηθεί τι συνέβη στην Κίνα την άνοιξη του 1989.
Η πλατεία Τιενανμέν βρίσκεται στο Πεκίνο και είναι ένας από τους πιο συμβολικούς δημόσιους χώρους της Κίνας. Εκεί, την άνοιξη του 1989, συγκεντρώθηκαν φοιτητές, εργαζόμενοι και πολίτες που ζητούσαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις, περισσότερη διαφάνεια, ελευθερία λόγου, αντιμετώπιση της διαφθοράς και έναν διαφορετικό δρόμο για τη χώρα. Οι κινητοποιήσεις άρχισαν μετά τον θάνατο του Hu Yaobang, ενός πρώην ηγέτη του Κομμουνιστικού Κόμματος που θεωρούνταν πιο ανοιχτός σε μεταρρυθμίσεις και είχε γίνει σύμβολο για αρκετούς νέους.
Οι διαδηλώσεις δεν περιορίστηκαν σε μια μικρή ομάδα. Εξαπλώθηκαν, έγιναν μαζικές, απέκτησαν διεθνή προβολή. Η εικόνα χιλιάδων φοιτητών στην πλατεία, οι απεργίες πείνας και τα αιτήματα για πολιτική αλλαγή δημιούργησαν μια από τις πιο δυνατές στιγμές της παγκόσμιας ιστορίας του 1989. Την ίδια χρονιά, σε αρκετές χώρες του ανατολικού μπλοκ οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις είχαν αρχίσει να κλονίζονται, στην Κίνα όμως η ηγεσία αποφάσισε να κλείσει βίαια το ρήγμα.
Τη νύχτα της 3ης προς 4η Ιουνίου 1989, ο κινεζικός στρατός κινήθηκε εναντίον των διαδηλωτών στο Πεκίνο. Η καταστολή υπήρξε αιματηρή. Ο ακριβής αριθμός των νεκρών παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο διαφωνίας και λογοκρισίας, όμως οι περισσότερες ανεξάρτητες εκτιμήσεις μιλούν για εκατοντάδες έως και χιλιάδες νεκρούς. Για την κινεζική κυβέρνηση, το θέμα παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητο. Για μεγάλο μέρος του υπόλοιπου κόσμου, η Τιενανμέν έγινε σύμβολο της βίαιης σύγκρουσης ανάμεσα στην κρατική εξουσία και την απαίτηση για ελευθερία.
Και τότε εμφανίστηκε η εικόνα που έμελλε να συνοψίσει όλο το γεγονός σε ένα μόνο ανθρώπινο σώμα…
Ο “Tank Man”: ένας άνθρωπος απέναντι σε μια αυτοκρατορία μετάλλου
Στις 5 Ιουνίου 1989, την επόμενη ημέρα της αιματηρής καταστολής, ένας άγνωστος άντρας στάθηκε μπροστά σε μια φάλαγγα τανκς στη λεωφόρο Chang’an, κοντά στην πλατεία Τιενανμέν. Φορούσε λευκό πουκάμισο, κρατούσε σακούλες στα χέρια και, για λίγα λεπτά, εμπόδισε τα τανκς να προχωρήσουν. Όταν το πρώτο τανκ προσπάθησε να τον παρακάμψει, εκείνος μετακινήθηκε ξανά μπροστά του.
Η σκηνή καταγράφηκε από φωτογράφους και τηλεοπτικά συνεργεία που βρίσκονταν σε κοντινό ξενοδοχείο. Κανείς δεν ξέρει με βεβαιότητα ποιος ήταν ο άντρας ή τι απέγινε. Στη Δύση έμεινε γνωστός ως “Tank Man” ή “Unknown Rebel”. Δεν χρειάστηκε να μιλήσει. Η εικόνα του έγινε από μόνη της γλώσσα: ένας άνθρωπος χωρίς όπλο, χωρίς πλήθος γύρω του, χωρίς καμία εμφανή προστασία, απέναντι στην απόλυτη εικόνα της στρατιωτικής ισχύος.
Αυτήν ακριβώς την εικόνα ενσωματώνουν οι Hooters στο “500 Miles”. Το τραγούδι αναφέρεται στην πλατεία, στα τανκς, στον άνθρωπο που στέκεται μπροστά τους και στην ελπίδα ότι κάποια μέρα η “ελευθερία” θα γυρίσει. Η λέξη-κλειδί είναι η ελευθερία. Το παλιό τραγούδι έλεγε «είμαι μακριά από το σπίτι». Η εκδοχή των Hooters λέει, ουσιαστικά, «είμαι μακριά από την ελεύθερη εκδοχή της πατρίδας μου».
Η μετατόπιση είναι τεράστια. Ο ταξιδιώτης του παλιού τραγουδιού μπορεί να είναι φτωχός, χαμένος, ντροπιασμένος. Ο αφηγητής των Hooters, όμως, κουβαλά και κάτι συλλογικό: την προσδοκία ότι μια μέρα η χώρα του θα μπορέσει να γίνει ξανά δική του.
Γιατί λειτούργησε τόσο καλά αυτή η διασκευή
Το “500 Miles” των Hooters λειτούργησε επειδή δεν προσπάθησε να γράψει ένα εντελώς νέο πολιτικό τραγούδι από την αρχή. Αν το έκανε, ίσως να ακουγόταν σαν άμεσο σχόλιο της επικαιρότητας, δεμένο αποκλειστικά με το 1989. Αντίθετα, πάτησε πάνω σε ένα τραγούδι που ήδη κουβαλούσε δεκαετίες ανθρώπινης εμπειρίας. Η παλιά folk μελωδία έδωσε στο νέο μήνυμα βάθος. Και το νέο ιστορικό πλαίσιο έδωσε στο παλιό τραγούδι μια οξύτητα που δεν είχε με τον ίδιο τρόπο πριν.
Η απόσταση των 500 μιλίων μπορεί να είναι η απόσταση από το σπίτι. Μπορεί όμως να είναι και η απόσταση από τη δημοκρατία. Από την παιδική μνήμη. Από τη χώρα που νόμιζες ότι γνώριζες. Από την αξιοπρέπεια που σου αφαίρεσαν. Οι Hooters κατάλαβαν ότι το τραγούδι είχε χώρο για όλα αυτά, ακριβώς επειδή δεν ήταν υπερβολικά συγκεκριμένο από την αρχή.
Υπάρχει και κάτι ακόμη. Το 1989 ήταν γεμάτο εικόνες απελευθέρωσης: άνθρωποι πάνω στο Τείχος του Βερολίνου, σύνορα που άνοιγαν, καθεστώτα που έπεφταν. Η Τιενανμέν ήταν η σκοτεινή αντανάκλαση αυτής της χρονιάς. Εκεί όπου αλλού η Ιστορία φαινόταν να ανοίγει, στην Κίνα έκλεισε βίαια. Οι Hooters, με το “500 Miles”, ένωσαν τις δύο όψεις του 1989: την ελπίδα και τη συντριβή.
Το τραγούδι δεν περιγράφει αναλυτικά την καταστολή. Δεν χρειάζεται. Αντί να γίνει χρονικό, γίνεται σύμβολο. Παίρνει την εικόνα του ανθρώπου μπροστά στα τανκς και την τοποθετεί μέσα σε ένα τραγούδι που μιλά για κάποιον που δεν μπορεί να γυρίσει σπίτι. Έτσι, η επιστροφή παύει να είναι μόνο προσωπικό όνειρο. Γίνεται πολιτική υπόσχεση.
Το μήνυμα: πατρίδα χωρίς ελευθερία είναι εξορία
Το βαθύτερο μήνυμα της εκδοχής των Hooters βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την ιδέα: ότι μπορεί να είσαι μέσα στη χώρα σου και να νιώθεις εξόριστος. Μπορεί να βλέπεις τους δρόμους, τα κτίρια, τη γλώσσα, τα πρόσωπα, και όμως να αισθάνεσαι ότι κάτι θεμελιώδες έχει χαθεί. Η πατρίδα δεν είναι μόνο γεωγραφία. Είναι και δικαίωμα να μιλάς, να διαφωνείς, να θυμάσαι, να διεκδικείς, να ονειρεύεσαι…
Το “500 Miles” ως παραδοσιακό folk τραγούδι μιλούσε για τον άνθρωπο που δεν έχει τίποτα. Η εκδοχή των Hooters μιλά για τον άνθρωπο που μπορεί να χάσει ακόμη και το δικαίωμα να ονομάζει την πατρίδα του δική του. Αυτή η διαφορά κάνει τη διασκευή τόσο ισχυρή. Δεν ακυρώνει την αρχική θλίψη. Την επεκτείνει.
Και υπάρχει μια λεπτή ειρωνεία εδώ. Ένα τραγούδι της αμερικανικής folk παράδοσης, γραμμένο από μνήμες του Νότου, ταξιδεύει δεκαετίες αργότερα μέχρι την Κίνα, όχι γεωγραφικά αλλά νοηματικά. Δείχνει ότι ο αποχωρισμός, η φτώχεια, η εξορία και η καταστολή δεν είναι απομονωμένες εμπειρίες. Είναι διαφορετικά πρόσωπα της ίδιας ανθρώπινης αγωνίας: να ανήκεις κάπου και να σου το αρνούνται.
Η διασκευή των The Hooters δεν αντικατέστησε το παλιό “500 Miles”. Το πρόσθεσε σε μια νέα ιστορική αλυσίδα. Για κάποιους ακροατές, το τραγούδι θα παραμένει πάντα μια folk μπαλάντα για τον αποχωρισμό. Για άλλους, θα είναι η εκδοχή των Peter, Paul and Mary, με τη γλυκιά, μελαγχολική καθαρότητα των αρχών των ’60s. Για άλλους, η country επιτυχία του Bobby Bare. Και για μια γενιά που έζησε το τέλος των ’80s, η εκδοχή των Hooters θα συνδέεται με την εικόνα ενός άντρα που στάθηκε μπροστά σε τανκς και έγινε παγκόσμιο σύμβολο αντίστασης.
Στο τέλος, το “500 Miles” των Hooters ακούγεται σαν τραγούδι επιστροφής. Όχι όμως μιας εύκολης επιστροφής. Δεν μιλά για κάποιον που απλώς θα πάρει το επόμενο τρένο και θα φτάσει σπίτι. Μιλά για την επιθυμία να επιστρέψεις σε μια πατρίδα που θα έχει ξαναβρεί την ελευθερία της. Για την ελπίδα ότι η Ιστορία, όσο βαριά κι αν πέφτει πάνω στους ανθρώπους, δεν τελειώνει τη στιγμή που περνούν τα τανκς…
Οι στίχοι
| If you miss the train I’m on, you will know that I am gone You can hear the whistle blow a hundred miles, A hundred miles, a hundred miles, A hundred miles, a hundred miles, You can hear the whistle blow a hundred miles |
Αν χάσεις το τρένο όπου βρίσκομαι, θα ξέρεις πως έχω πια φύγει. Θα ακούσεις τη σφυρίχτρα του από εκατό μίλια μακριά. Εκατό μίλια, εκατό μίλια, εκατό μίλια, εκατό μίλια, θα ακούσεις τη σφυρίχτρα του από εκατό μίλια μακριά. |
| Not a shirt on my back, not a penny to my name And the land that I once loved was not my own Lord I’m one, Lord I’m two, Lord I’m three, Lord I’m four, Lord I’m five hundred miles away from home |
Ούτε πουκάμισο στην πλάτη μου, ούτε δεκάρα στο όνομά μου, και η γη που κάποτε αγάπησα δεν ήταν πια δική μου. Κύριε, είμαι ένα, Κύριε, είμαι δύο, Κύριε, είμαι τρία, Κύριε, είμαι τέσσερα, Κύριε, είμαι πεντακόσια μίλια μακριά από το σπίτι. |
| A hundred tanks along the square, One man stands and stops them there Some day soon, the tide will turn, and I’ll be free. I’ll be free, I’ll be free, I’ll come home to my country, Some day soon the tide will turn and I’ll be free |
Εκατό τανκς στην πλατεία, ένας άνθρωπος στέκεται και τα σταματά. Κάποια μέρα σύντομα, το κύμα θα γυρίσει και θα είμαι ελεύθερος. Θα είμαι ελεύθερος, θα είμαι ελεύθερος, θα γυρίσω στην πατρίδα μου. Κάποια μέρα σύντομα, το κύμα θα γυρίσει και θα είμαι ελεύθερος. |
|
If you miss the train I’m on,
you will know that I am gone You can hear the whistle blow
a hundred miles, Lord I’m one, Lord I’m two,
Lord I’m three, Lord I’m four, Lord I’m five hundred miles away
from home Lord I’m five hundred miles
away from home I’ll be free, I’ll be free
I’ll come home to my country, Lord I’m five hundred miles
away from home You can hear the whistle blow
a hundred miles Lord I’m five hundred miles
away from home |
Αν χάσεις το τρένο όπου βρίσκομαι, θα ξέρεις πως έχω πια φύγει. Θα ακούσεις τη σφυρίχτρα του από εκατό μίλια μακριά. Κύριε, είμαι ένα, Κύριε, είμαι δύο, Κύριε, είμαι τρία, Κύριε, είμαι τέσσερα, Κύριε, είμαι πεντακόσια μίλια μακριά από το σπίτι. Κύριε, είμαι πεντακόσια μίλια μακριά από το σπίτι. Θα είμαι ελεύθερος, θα είμαι ελεύθερος, θα γυρίσω στην πατρίδα μου. Κύριε, είμαι πεντακόσια μίλια μακριά από το σπίτι. Θα ακούσεις τη σφυρίχτρα του από εκατό μίλια μακριά. Κύριε, είμαι πεντακόσια μίλια μακριά από το σπίτι. |
—————————————–
Κάθε Τετάρτη στο MusicCorner.gr και μια νέα ιστορία πίσω από ένα φημισμένο τραγούδι… Stay tuned…
Θέλεις να μαθαίνεις για περισσότερες ιστορίες πίσω από γνωστά τραγούδια? Γράψου στο Newsletter παρακάτω για να σε ενημερώνουμε άμεσα και μπες στη στήλη με τα “Αφιερώματα” μας…






















