Γράφει ο Παύλος Ζέρβας
Υπάρχουν τραγούδια που δεν αρκούνται στο να σου ψιθυρίσουν κάτι στο αυτί. Ξεκινούν χαμηλά, σχεδόν διστακτικά, σαν εξομολόγηση. Και μετά, χωρίς προειδοποίηση, ανοίγουν τα φτερά τους, ανεβάζουν ένταση, “φουσκώνουν”, απαιτούν χώρο. Θέλουν σκηνή, φώτα. Τραβούν την προσοχή, θέλουν να ειπωθούν δυνατά…
Αυτά είναι τα power ballads (δυναμικές μπαλάντες).
Δεν είναι απλώς ερωτικές μπαλάντες. Είναι κομμάτια χτισμένα πάνω σε μια συγκεκριμένη φόρμουλα: τη συνεχή κλιμάκωση. Μουσική, φωνητική και συναισθηματική. Από τη σιωπή στην έκρηξη. Από την προσωπική στιγμή στο συλλογικό ξέσπασμα.
Και μπορεί να τις έχουμε συνδέσει –δικαίως– με τα ’80s, τα arena stages και τα hair metal συγκροτήματα, όμως η ιστορία τους ξεκινά νωρίτερα. Πολύ νωρίτερα…
Πριν γίνουν «power»: όταν η μπαλάντα έμαθε να κλιμακώνεται…
Στα μέσα της δεκαετίας του ’70, η pop και η soft rock αρχίζουν να πειραματίζονται με κάτι διαφορετικό. Οι μπαλάντες παύουν να είναι απλώς χαμηλόφωνες και μελαγχολικές. Αρχίζουν να χτίζονται δραματουργικά.
Το πιάνο μπαίνει πρώτο. Η φωνή σχεδόν τρέμει. Και μετά έρχονται τα έγχορδα, τα τύμπανα, η αλλαγή τονικότητας. Το συναίσθημα δεν μένει στάσιμο, ανεβαίνει.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της «γέννησης» είναι το All by Myself του Eric Carmen. Ένα τραγούδι που ξεκινά ως εσωτερικός μονόλογος μοναξιάς και καταλήγει σε κραυγή απώλειας. Εδώ μπαίνουν τα θεμέλια: δραματική ερμηνεία, ορχηστρική κορύφωση, συναισθηματική υπερβολή – με την καλή έννοια.
Την ίδια λογική υπηρετεί και το Without You του Harry Nilsson, μια από τις πιο χαρακτηριστικές pop μπαλάντες που απέδειξαν ότι ο πόνος μπορεί να γίνει μεγαλειώδης.
Αυτά τα τραγούδια δεν ονομάζονταν ακόμη power ballads. Αλλά μαζί με κάποια άλλα παρόμοια της εποχής εκείνης, έδωσαν την ιδέα, άρχισαν να εισάγουν ένα νέο στυλ μπαλάντας.
Τα ’80s: όταν η μπαλάντα …βρήκε την έντασή της
Η δεκαετία του ’80 …απογείωσε την power ballad!
Μεγαλύτερες σκηνές, δυνατότερος ήχος, φωνές που δεν φοβούνται την υπερβολή. Το συναίσθημα γίνεται θέαμα, χωρίς να χάνει την ειλικρίνειά του.
Το Alone των Heart είναι ίσως το απόλυτο παράδειγμα: μοναξιά, ερωτική απελπισία και ένα ρεφρέν που εκρήγνυται με σχεδόν θεατρική ένταση.
Αντίστοιχα, το Is This Love των Whitesnake και το Still Loving You των Scorpions μετέτρεψαν την ερωτική εξομολόγηση σε arena εμπειρία. Δεν τραγουδιούνται απλώς, καταλήγουν να …κραυγάζονται!
Στην ίδια κατηγορία ανήκει και το Keep On Loving You των REO Speedwagon, ένα κομμάτι που καθιέρωσε τη φόρμουλα: χαμηλό intro, δραματικό build-up, τεράστιο ρεφρέν.
Οι Foreigner πήραν την arena power ballad και της έδωσαν μια νέα, σχεδόν πνευματική διάσταση. Το I Want to Know What Love Is ξεκινά συγκρατημένα, με συνθεσάιζερ και χαμηλόφωνη ερμηνεία, όμως σταδιακά κλιμακώνεται σε μια από τις πιο επιβλητικές κορυφώσεις της δεκαετίας! Η είσοδος της gospel χορωδίας στο φινάλε μετατρέπει την προσωπική αναζήτηση της αγάπης σε συλλογική εξομολόγηση. Δεν είναι απλώς μια ερωτική μπαλάντα, αλλά μια power ballad που απευθύνεται στο κοινό σαν ύμνος και γι’ αυτό παραμένει διαχρονική.
Το Total Eclipse of the Heart της Bonnie Tyler δεν είναι απλώς ένα ερωτικό τραγούδι. Είναι σχεδόν όπερα τριών πράξεων! Σκοτάδι, έκρηξη, λύτρωση. Η αφήγησή του εξελίσσεται σταδιακά, από την εσωτερική σύγκρουση στην πλήρη συναισθηματική απογείωση, με τη δραματουργία και την ερμηνεία να οδηγούν τον ακροατή σε μια εμπειρία που ξεπερνά τα όρια της κλασικής pop μπαλάντας.
Ο Meat Loaf με το I’d Do Anything for Love (But I Won’t Do That) πήγε το concept ακόμη πιο μακριά: θεατρικότητα, διάρκεια, υπερβολή που …τα σπάει!
Στην πιο «καθαρή» rock εκδοχή, το Always των Bon Jovi και το Don’t Cry των Guns N’ Roses απέδειξαν ότι ακόμη και τα σκληρά συγκροτήματα είχαν χώρο για συναισθηματική έκθεση, αρκεί να συνοδευόταν από ένταση και κορύφωση.
Όταν η pop πήρε τη σκυτάλη…
Η δύναμη της φόρμουλας δεν άργησε να ξεφύγει από τα όρια της rock.
Το The Power of Love της Jennifer Rush και το It Must Have Been Love των Roxette έφεραν την power ballad στο mainstream pop ραδιόφωνο, χωρίς να χάσουν τη δραματική της καρδιά.
Το ίδιο ισχύει για το Please Forgive Me του Bryan Adams και το Nothing’s Gonna Stop Us Now των Starship: μεγάλα ρεφρέν, καθαρό συναίσθημα.
Από τη σκηνή στο παγκόσμιο φαινόμενο
Στα τέλη των ’80s και στις αρχές των ’90s, η power ballad γίνεται παγκόσμια γλώσσα.
Το With or Without You των U2 απέδειξε ότι η κλιμάκωση δεν χρειάζεται πάντα υπερβολή, μπορεί να είναι αργή, υπόγεια, βασανιστική. Η έντασή του χτίζεται σταδιακά, μέσα από επαναλαμβανόμενα μοτίβα και μια εσωστρεφή ερμηνεία από τον Bono, δημιουργώντας μια power ballad διαφορετικού τύπου, όπου η συναισθηματική φόρτιση κορυφώνεται χωρίς ωστόσο να έχει εμφανές ξέσπασμα.
Το Who Wants to Live Forever των Queen έδωσε φιλοσοφικό βάθος στο είδος, ενώ το
Hard to Say I’m Sorry των Chicago λειτούργησε ως γέφυρα μεταξύ pop και rock ευαισθησίας.
Το Unbreak My Heart της Toni Braxton είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της μετάβασης του είδους από την arena rock στη σύγχρονη R&B δραματουργία. Η κλιμάκωση εδώ δεν έρχεται από κιθάρες ή εκρήξεις, αλλά από τη φωνή: συγκρατημένη στην αρχή, όλο και πιο φορτισμένη όσο το τραγούδι εξελίσσεται. Είναι μια power ballad χωρίς φωνές και στόμφο, αλλά με συναισθηματική ένταση που κορυφώνεται αργά και βασανιστικά, απόδειξη ότι το είδος μπορούσε να προσαρμοστεί και να επιβιώσει σε μια νέα εποχή.
Και φυσικά, η απόλυτη στιγμή: I Will Always Love You της Whitney Houston.
Ένα τραγούδι που ξεκινά σχεδόν γυμνό και καταλήγει σε φωνητική και συναισθηματική έκρηξη παγκόσμιας κλίμακας. Η power ballad στην πιο καθαρή, τελειοποιημένη μορφή της – όπως θα δούμε αναλυτικά και στην ιστορία πίσω από το I Will Always Love You.
Γιατί οι power ballads δεν πέθαναν ποτέ;
Ίσως γιατί, κάποιες φορές, χρειαζόμαστε ένα τραγούδι που να ξεκινά χαμηλά και να μας σηκώνει ψηλά.
Ίσως γιατί μας θυμίζουν ότι το συναίσθημα δεν είναι αδυναμία. Χρειάζεται κι αυτό το ξέσπασμά του.
Οι power ballads δεν είναι απλώς τραγούδια μιας εποχής. Είναι στιγμές που ζητούν να ειπωθούν δυνατά.
Και γι’ αυτό συνεχίζουν να επιστρέφουν…
Η ιστορία των power ballads δεν τελειώνει εδώ. Στο MusicCorner έχουμε ήδη σταθεί αναλυτικά σε εμβληματικά τραγούδια του είδους, φωτίζοντας το παρασκήνιο και τις ιστορίες πίσω από δημιουργίες όπως το Nothing Compares 2 U και το I Will Always Love You…



















