Γράφει ο Παύλος Ζέρβας

Αν έπρεπε να διαλέξω μία χώρα όπου η μουσική δεν έμεινε ποτέ κλεισμένη σε ένα μόνο είδος, αλλά πέρασε από τη σκηνή της όπερας στο ραδιόφωνο, από το σινεμά στην τηλεόραση, από το φεστιβάλ στο γήπεδο και από το λαϊκό τραγούδι στα παγκόσμια charts, δύσκολα θα απέφευγα την Ιταλία. Η ιταλική μουσική δεν είναι απλώς ένα σύνολο από διάσημες μελωδίες. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο μια χώρα μίλησε για τον έρωτα, τη νοσταλγία, τη μετανάστευση, την πόλη, την οικογένεια, την πολιτική, την πίστη και την ίδια την έννοια της φωνής.

Από τη Νάπολη και τα μεγάλα λαϊκά τραγούδια της μέχρι τη Σκάλα του Μιλάνου, από το Sanremo μέχρι τα στούντιο της Cinecittà, από τον Domenico Modugno μέχρι τους Maneskin, η Ιταλία κατάφερε κάτι σπάνιο: να κάνει τη μελωδία εθνική ταυτότητα και τη γλώσσα εξαγώγιμο προϊόν. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές ιταλικές επιτυχίες ταξίδεψαν χωρίς να χρειαστεί να μεταφραστούν. Ακόμη κι όταν ο ακροατής δεν γνώριζε Ιταλικά και δεν καταλάβαινε τίποτα από τους στίχους, μπορούσε να νιώσει το ύφος, τη χειρονομία, την ένταση, την αίσθηση…

Η Νάπολη, με τον υπέροχο κόλπο και τον Βεζούβιο στο βάθος, υπήρξε ένα από τα μεγάλα κέντρα της ιταλικής λαϊκής μελωδίας…

Μια χώρα που έμαθε να τραγουδά θεατρικά

Η ιταλική μουσική παράδοση έχει πίσω της ένα τεράστιο ιστορικό βάρος. Η όπερα, που διαμορφώθηκε ως μία από τις μεγάλες τέχνες της Ευρώπης, έδωσε στην Ιταλία μια ιδιαίτερη σχέση με τη φωνή. Ο Giuseppe Verdi, ο Giacomo Puccini, ο Gioachino Rossini και τόσοι άλλοι δεν είναι απλώς ονόματα της κλασικής μουσικής. Είναι μέρος της πολιτισμικής μνήμης της χώρας. Από εκεί προκύπτει σε μεγάλο βαθμό και αυτή η ιταλική αγάπη για τη μελωδική φωνή που δεν αφηγείται απλώς, αλλά σχεδόν παίζει έναν ρόλο.

Η Βενετία δεν έχει ίσως την ίδια λαϊκή τραγουδιστική ταυτότητα που έχει η Νάπολη, όμως υπήρξε τεράστιο μουσικό εργαστήριο: πόλη της μπαρόκ μουσικής, της πρώιμης όπερας, των θεάτρων και φυσικά του Antonio Vivaldi. Ο «Κόκκινος Ιερέας» (προσωνύμιο του Antonio Vivaldi λόγω της ιερατικής του ιδιότητας και των κόκκινων μαλλιών του) γεννήθηκε στη Βενετία και η σχέση του με το Ospedale della Pietà (ορφανοτροφείο θηλέων), όπου δίδαξε και έγραψε μουσική για τις περίφημες γυναικείες ορχήστρες του ιδρύματος, δείχνει μια άλλη πλευρά της ιταλικής μουσικής ιστορίας: όχι τη μελωδία του δρόμου, αλλά τη Βενετία των ναών, των ορχηστρών, των κοντσέρτων και της θεατρικής λάμψης. Αργότερα, το Teatro La Fenice έγινε ένα από τα μεγάλα σύμβολα της ιταλικής όπερας, συνδεδεμένο με σημαντικές πρεμιέρες και με την ίδια την ιδέα μιας πόλης που ξαναγεννιέται…

Στον 20ό αιώνα, αυτή η παράδοση πέρασε και μέσα από μορφές που έκαναν την όπερα προσιτή σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Ο Luciano Pavarotti υπήρξε ίσως η πιο αναγνωρίσιμη λυρική φωνή της εποχής του, ένας τενόρος που μπορούσε να σταθεί στο μεγαλύτερο θέατρο αλλά και μπροστά σε εκατομμύρια τηλεθεατές. Αργότερα, ο Andrea Bocelli κινήθηκε σε ένα πιο crossover πεδίο, φέρνοντας την ιταλική λυρική αισθητική κοντά στην pop μπαλάντα και σε ένα παγκόσμιο ακροατήριο. Μπορεί οι δύο περιπτώσεις να μην είναι ίδιες, όμως και οι δύο δείχνουν πως η Ιταλία δεν αντιμετώπισε ποτέ τη “μεγάλη φωνή” ως κάτι μουσειακό. Την έβγαλε ξανά και ξανά στον κόσμο.

Νάπολη, canzone και η γέννηση της ιταλικής λαϊκής μελωδίας

Πριν από το Sanremo και πριν από τη μεταπολεμική pop, υπήρχε ήδη η τεράστια παράδοση του ναπολιτάνικου τραγουδιού. Η Νάπολη υπήρξε ένα από τα μεγάλα εργαστήρια της ιταλικής μουσικής φαντασίας. Εκεί η μελωδία συνδέθηκε με τον δρόμο, τη θάλασσα, τη φτώχεια, το πάθος, τη θεατρικότητα και μια λαϊκή αμεσότητα που επηρέασε όλη τη χώρα. Τραγούδια όπως το «O sole mio» δεν έμειναν ποτέ μόνο τοπικά. Έγιναν σχεδόν παγκόσμια σύμβολα μιας Ιταλίας που τραγουδάει με ανοιχτή καρδιά.

Από αυτή την παράδοση, αλλά και από τη γενικότερη canzone italiana, βγήκαν μορφές που σημάδεψαν διαφορετικές εποχές. Ο Peppino Di Capri μετέφερε τη ναπολιτάνικη ευαισθησία σε μια πιο μοντέρνα, κοσμοπολίτικη γλώσσα.

Ο Sergio Endrigo έφερε μια πιο λεπτή, λυρική και εσωτερική πλευρά του ιταλικού τραγουδιού. Η Ornella Vanoni, η Milva και η Mina άνοιξαν διαφορετικούς δρόμους για τη γυναικεία ερμηνεία: η μία πιο αισθησιακή και αστική, η άλλη θεατρική και πολιτισμικά ανήσυχη, η Mina σχεδόν μοναδική στο είδος της, με μια φωνή που μπορούσε να περάσει από το δράμα στην pop κομψότητα με απίστευτη ευκολία.

Η Rita Pavone, από την άλλη, έφερε τη νεανική ορμή των 60s, ενώ η Patty Pravo, με το «La bambola», εξέφρασε μια πιο μοιραία, θεατρική και μοντέρνα θηλυκότητα της ιταλικής pop εκείνης της εποχής. Η Caterina Valente, γεννημένη στη Γαλλία από ιταλική οικογένεια, υπενθυμίζει ότι η ιταλική μουσική ταυτότητα δεν περιορίστηκε πάντα στα γεωγραφικά σύνορα. Η Valente τραγούδησε σε πολλές γλώσσες και έγινε διεθνής φιγούρα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ιταλικής εξωστρέφειας στην ευρωπαϊκή ελαφρά μουσική.

Το Sanremo ως καθρέφτης μιας χώρας

Καμία συζήτηση για την ιταλική μουσική δεν γίνεται χωρίς το Sanremo. Από το 1951, το φεστιβάλ εξελίχθηκε σε κάτι πολύ περισσότερο από έναν διαγωνισμό τραγουδιού. Είναι τηλεοπτικό γεγονός, εθνική συνήθεια, μηχανισμός ανάδειξης καλλιτεχνών, πεδίο συγκρούσεων, μόδας, σχολίων, νοσταλγίας και ανανέωσης. Σε άλλες χώρες τα φεστιβάλ τραγουδιού μπορεί να μοιάζουν με πεπαλαιωμένους θεσμούς. Στην Ιταλία, το Sanremo εξακολουθεί να έχει βαρύτητα, να γεννά επιτυχίες και να τροφοδοτεί τη σύγχρονη μουσική κουβέντα.

Το μεγάλο διεθνές σημείο καμπής ήρθε με τον Domenico Modugno και το «Nel blu, dipinto di blu», γνωστό σε όλο τον κόσμο ως «Volare». Το τραγούδι κέρδισε το Sanremo το 1958, εκπροσώπησε την Ιταλία στη Eurovision και, παρότι δεν νίκησε εκεί, έγινε μία από τις μεγαλύτερες ιταλικές εξαγωγές όλων των εποχών. Με τον Modugno, η Ιταλία δεν ακουγόταν πια μόνο ως ρομαντική καρτ ποστάλ. Ακουγόταν μοντέρνα, ανοιχτή, σχεδόν κινηματογραφική.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, το Sanremo και η ιταλική τηλεόραση ανέδειξαν ή συντήρησαν μια ολόκληρη αυτοκρατορία τραγουδιών. Ο Toto Cutugno έγινε συνώνυμο μιας λαϊκής, ευθύβολης ιταλικότητας, κυρίως μέσα από το «L’Italiano», ένα τραγούδι που μπορεί να μοιάζει απλό, αλλά κουβαλά μέσα του μια ολόκληρη εικόνα της χώρας όπως ήθελε να τη βλέπει ο κόσμος. Ο Umberto Tozzi, με τραγούδια όπως το «Ti amo» και το «Gloria», έδωσε στην ιταλική pop μια ένταση που μπορούσε εύκολα να περάσει τα σύνορα. Οι Al Bano & Romina Power, οι Ricchi e Poveri και οι Matia Bazar εκπροσώπησαν διαφορετικές εκδοχές της μελωδικής, τηλεοπτικής και φεστιβαλικής Ιταλίας, από το ντουέτο και την οικογενειακή εικόνα μέχρι το πιο εκλεπτυσμένο pop ύφος.

Σε αυτή την ίδια μεγάλη εικόνα ανήκει και η Raffaella Carra. Δεν ήταν απλώς τραγουδίστρια. Ήταν τηλεοπτική περσόνα, χορεύτρια, σύμβολο απελευθέρωσης, χαράς και σκηνικής αυτοπεποίθησης. Το «A far l’amore comincia tu» δεν είναι μόνο ένα disco-pop τραγούδι. Είναι μια δήλωση εποχής, ένα κομμάτι που δείχνει πώς η ιταλική διασκέδαση μπορούσε να γίνει ταυτόχρονα λαϊκή, τολμηρή και διεθνής.

Οι cantautori και η άλλη, πιο προσωπική Ιταλία

Πίσω από την τηλεοπτική λάμψη υπάρχει μια άλλη Ιταλία, πιο εσωτερική, πιο λογοτεχνική, πιο πολιτική, πιο δύσκολη να χωρέσει σε ένα ρεφρέν. Είναι η Ιταλία των cantautori, των τραγουδοποιών που έγραψαν και ερμήνευσαν τραγούδια με προσωπική σφραγίδα. Εδώ δεν μιλάμε απλώς για επιτυχίες, αλλά για τραγούδια που έφτιαξαν έναν τρόπο σκέψης.

Ο Fabrizio De André είναι από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες αυτού του κόσμου, ένας δημιουργός που έσκυψε πάνω από τους περιθωριακούς, τους αδικημένους, τους ηττημένους, με ποιητική και κοινωνική ματιά. Ο Lucio Battisti ένωσε τη μελωδία με την pop ανανέωση και άφησε πίσω του τραγούδια που παραμένουν βαθιά χαραγμένα στην ιταλική μνήμη. Ο Franco Battiato έφερε μια πιο φιλοσοφική, πειραματική και πνευματική διάσταση, ενώ ο Francesco De Gregori και ο Paolo Conte έδωσαν άλλες αποχρώσεις: ο ένας πιο αφηγηματικός και ποιητικός, ο άλλος με μια αστική, σχεδόν τζαζ κομψότητα.

Ο Lucio Dalla αξίζει ξεχωριστή στάση. Το «Caruso» είναι από εκείνα τα τραγούδια που μοιάζουν να ενώνουν πολλές Ιταλίες μαζί: την όπερα, τη Νάπολη, τη μνήμη, τη θάλασσα, τον αποχαιρετισμό. Δεν είναι τυχαίο ότι τραγουδήθηκε από τόσους διαφορετικούς ερμηνευτές. Είναι ένα τραγούδι που λειτουργεί σχεδόν σαν σύγχρονη άρια, χωρίς να χάνει την απλότητα της λαϊκής συγκίνησης.

Στην ίδια ευρύτερη οικογένεια, με διαφορετικές αισθητικές, μπορούν να σταθούν ο Angelo Branduardi, με τον μεσαιωνικό, folk και παραμυθένιο του κόσμο, και ο Luca Carboni, που εξέφρασε μια πιο καθημερινή, νεανική και συναισθηματική πλευρά της ιταλικής τραγουδοποιίας. Η Ιταλία δεν είχε μόνο τραγουδιστές. Είχε δημιουργούς που έκαναν το τραγούδι προσωπικό ημερολόγιο.

Η Ιταλία του σινεμά: ο Morricone και η μουσική ως εικόνα

Αν η Ιταλία έδωσε στον κόσμο μια από τις πιο αναγνωρίσιμες σχολές τραγουδιού, έδωσε και έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής όλων των εποχών: τον Ennio Morricone. Η μουσική του δεν λειτούργησε ποτέ απλώς ως συνοδεία εικόνων. Συχνά ήταν η ίδια η μνήμη της ταινίας. Στα western του Sergio Leone, στις πιο λυρικές του στιγμές, στις δραματικές του κορυφώσεις, ο Morricone έφτιαχνε ηχητικούς κόσμους που αναγνωρίζονται από τις πρώτες νότες.

Το σφύριγμα, η ηλεκτρική κιθάρα, η ανθρώπινη φωνή χωρίς λόγια, τα έγχορδα, οι παύσεις, όλα έγιναν μέρος μιας παγκόσμιας κινηματογραφικής γλώσσας. Ο Morricone αποτελεί έναν από τους κεντρικούς πυλώνες της Ιταλικής μουσικής σκηνής.

Από το blues και το μεσογειακό groove μέχρι την Italo disco

Η ιταλική μουσική δεν έμεινε μόνο στη μπαλάντα και στο φεστιβαλικό τραγούδι. Ο Zucchero έφερε blues, soul και rock αποχρώσεις σε μια καθαρά ιταλική ευαισθησία, καταφέρνοντας να συνεργαστεί με διεθνή ονόματα χωρίς να χάσει την ταυτότητά του.

Ο Pino Daniele, από τη Νάπολη, άνοιξε έναν άλλο δρόμο, ενώνοντας blues, jazz, ναπολιτάνικη παράδοση και μεσογειακό αίσθημα. Ο Tony Esposito, με το «Kalimba de Luna», έδειξε τη ρυθμική, εξωστρεφή και σχεδόν τροπική πλευρά της ιταλικής pop κουλτούρας των 80s.

Στον χώρο της disco και της ηλεκτρονικής παραγωγής, η Ιταλία έχει επίσης σημαντικό αποτύπωμα. Ο Giorgio Moroder, γεννημένος στο Νότιο Τιρόλο, υπήρξε από τους ανθρώπους που άλλαξαν την παγκόσμια dance και ηλεκτρονική μουσική, κυρίως μέσα από τη δουλειά του με την Donna Summer και τον ήχο που προετοίμασε το μέλλον των synthesizers στην pop. Η Sabrina Salerno και η Spagna εξέφρασαν την πιο εμπορική, φωτεινή και εξαγώγιμη πλευρά της ιταλικής dance/pop των 80s, ενώ η Gala, γεννημένη στο Μιλάνο, έγινε στα 90s διεθνές dance σύμβολο με το «Freed from Desire».

Αυτές οι περιπτώσεις δείχνουν πως η Ιταλία δεν έδινε μόνο μεγάλα ρεφρέν για το ραδιόφωνο. Έδινε και ήχους για πίστες, για clubs, για διεθνείς παραγωγές, για μια Ευρώπη που άλλαζε ρυθμό…

Εδώ πρέπει να σταθώ και στην Italo disco, ένα ξεχωριστό ευρωπαϊκό κεφάλαιο των late 70s και κυρίως των 80s. Ήταν ένας ήχος που γεννήθηκε από τη συνάντηση της disco με τα synthesizers, τα drum machines, τα αγγλόφωνα ρεφρέν, τη μελαγχολική μελωδία και μια συχνά φουτουριστική, σχεδόν κινηματογραφική αισθητική. Δεν ήταν απλώς «ιταλική disco». Ήταν ένας ολόκληρος κόσμος από ανεξάρτητες παραγωγές, στούντιο, clubs και labels, που επηρέασε την ευρωπαϊκή dance, το Eurobeat, την synth-pop νοσταλγία και αργότερα ακόμη και το synthwave.

Ονόματα και τραγούδια όπως ο Gazebo με το «I Like Chopin», ο Ryan Paris με το «Dolce Vita», ο Savage με το «Don’t Cry Tonight», οι Baltimora με το «Tarzan Boy», αλλά και παραγωγοί όπως οι La Bionda, δίνουν μια εικόνα αυτής της εποχής: ρομαντισμός, αγγλικά με ιταλική προφορά, ηλεκτρονικά μπάσα, καλοκαιρινή μελαγχολία και μια Ευρώπη που χόρευε κοιτώντας προς το μέλλον.

Από την παλιά pop στη νέα παγκόσμια σκηνή

Στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, η ιταλική pop συνέχισε να ταξιδεύει με ονόματα που έγιναν γνωστά και έξω από τη χώρα. Η Laura Pausini, με τη «La solitudine», έγινε μία από τις πιο επιτυχημένες ιταλικές φωνές διεθνώς, ειδικά και στον ισπανόφωνο κόσμο. Ο Eros Ramazzotti ένωσε την ιταλική μπαλάντα με ένα πιο ευρωπαϊκό pop-rock ύφος και απέκτησε κοινό σε πολλές χώρες. Ο Nek με το «Laura non c’è» και ο Tiziano Ferro με την πιο σύγχρονη, συναισθηματική pop γραφή του ανήκουν σε αυτή τη γενιά που κράτησε ζωντανή την ιταλική εξωστρέφεια.

Ο Gigi D’Alessio, από την πλευρά του, συνδέεται περισσότερο με τη νεότερη ναπολιτάνικη και λαϊκή-pop γραμμή, δείχνοντας ότι η Νάπολη παρέμεινε ενεργό μουσικό κέντρο και όχι απλώς ιστορική αναφορά. Η Gianna Nannini, με τη βραχνή φωνή και τη rock ενέργειά της, έδωσε στη γυναικεία ιταλική σκηνή μια πιο άγρια και δυναμική έκφραση.

Στη σημερινή εποχή, η Ιταλία δεν στηρίζεται μόνο στη νοσταλγία. Οι Maneskin, μετά τη νίκη τους στη Eurovision, έγιναν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ιταλικού συγκροτήματος που βγήκε με ορμή στην παγκόσμια rock σκηνή. Ο Mahmood έφερε μια νέα γλώσσα στην ιταλική pop, με στοιχεία urban, μελωδίας και προσωπικής αφήγησης. Ο Marco Mengoni κινείται ανάμεσα στη μεγάλη φωνή και τη σύγχρονη pop παραγωγή, ενώ η Annalisa και η Elodie εκπροσωπούν μια νέα, δυνατή γυναικεία mainstream παρουσία.

Παράλληλα, η ιταλική rap και trap σκηνή έχει αποκτήσει τεράστια εμπορική δύναμη εντός της χώρας. Ο Sfera Ebbasta, ο Lazza, ο Blanco, ο Geolier και άλλοι καλλιτέχνες δείχνουν ότι η νέα γενιά δεν βλέπει την ιταλική μουσική μόνο μέσα από τη μπαλάντα ή το Sanremo. Τη βλέπει μέσα από streaming, clubs, social media, γειτονιές, νεανική αργκό και έναν ήχο που συνομιλεί με την παγκόσμια urban κουλτούρα.

12 τραγούδια-κλειδιά για να μπεις στη μουσική φιλοσοφία της Ιταλίας

Η επιλογή δώδεκα τραγουδιών για την Ιταλία είναι σχεδόν άδικη από μόνη της, γιατί πολύ απλά …δεν μπορεί να περιοριστεί σε 12 τραγούδια. Παρ’ όλα αυτά, αν ήθελα να φτιάξω μια διαδρομή που να ξεκινά από την παλιά canzone και να φτάνει στη σημερινή διεθνή εικόνα της χώρας, θα διάλεγα τα εξής:

1. O sole mio – Enrico Caruso / παραδοσιακή ναπολιτάνικη σχολή
Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ναπολιτάνικα τραγούδια, σύμβολο μιας παλιάς Ιταλίας όπου η φωνή, η πόλη και η μελωδία γίνονται ένα.

2. Domenico Modugno – Nel blu, dipinto di blu (Volare)
Το τραγούδι που άνοιξε την πόρτα της μεταπολεμικής ιταλικής μουσικής στον κόσμο και έδειξε πως η Ιταλία μπορούσε να είναι ταυτόχρονα λαϊκή και μοντέρνα.

3. Mina – Il cielo in una stanza
Μια από τις κορυφαίες στιγμές της ιταλικής ερμηνείας, με τη Mina να μετατρέπει ένα ερωτικό τραγούδι σε σχεδόν κινηματογραφική εμπειρία.

4. Sergio Endrigo – Io che amo solo te
Λιτό, μελαγχολικό και βαθιά ιταλικό, δείχνει την πλευρά της canzone που δεν χρειάζεται υπερβολή για να συγκινήσει.

5. Ennio Morricone – The Ecstasy of Gold
Η Ιταλία του σινεμά, της έντασης και της παγκόσμιας εικόνας. Ένα θέμα που ξεπέρασε την ταινία και έγινε αυτόνομο πολιτισμικό σύμβολο.

6. Lucio Battisti – Il mio canto libero
Ένα τραγούδι-σταθμός για την ιταλική τραγουδοποιία, με τη μελωδία να αποκτά πιο σύγχρονη, προσωπική και εσωτερική διάσταση.

7. Raffaella Carrà – A far l’amore comincia tu
Η Ιταλία της τηλεόρασης, της disco, της απελευθέρωσης και της ακαταμάχητης σκηνικής λάμψης.

8. Umberto Tozzi – Ti amo
Ένα από τα μεγάλα ιταλικά ερωτικά τραγούδια της δεκαετίας του ’70, με ένταση που έκανε την ιταλική pop αναγνωρίσιμη σε όλη την Ευρώπη.

9. Toto Cutugno – L’Italiano
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό τραγούδι της λαϊκής, εξαγώγιμης εικόνας της Ιταλίας. Ένα κομμάτι που έγινε σχεδόν ανεπίσημη “καρτ ποστάλ” της χώρας!

10. Lucio Dalla – Caruso
Μια σύγχρονη άρια μνήμης και αποχαιρετισμού, όπου η όπερα, η Νάπολη και η τραγουδοποιία συναντιούνται με τρόπο σχεδόν συγκλονιστικό.

11. Laura Pausini – La solitudine
Η μεγάλη pop Ιταλία των 90s, με μια φωνή που έφτασε πολύ πέρα από την ιταλική αγορά και άνοιξε δρόμους στη διεθνή καριέρα της Pausini.

12. Maneskin – Zitti e buoni
Η απόδειξη ότι η Ιταλία μπορεί ακόμη να αιφνιδιάζει. Ένα rock ξέσπασμα που πέρασε από τη Eurovision στα παγκόσμια charts και ξαναέβαλε την ιταλική σκηνή στο επίκεντρο μιας νεότερης γενιάς.

Σύγχρονοι mainstream καλλιτέχνες

Maneskin
Το συγκρότημα που έδωσε στην Ιταλία τη μεγαλύτερη διεθνή rock έκρηξη των τελευταίων χρόνων. Μετά το Sanremo και τη Eurovision, κατάφεραν να σταθούν σε παγκόσμιο επίπεδο, όχι ως νοσταλγική επιστροφή στο rock, αλλά ως νεανικό, θεατρικό και επιθετικό pop-rock φαινόμενο.

Mahmood
Από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της νεότερης ιταλικής pop. Συνδυάζει urban παραγωγή, μελωδική γραφή και μια προσωπική ταυτότητα που μιλά για σύγχρονη Ιταλία, πολυπολιτισμικότητα, οικογένεια, επιθυμία και εσωτερικές αντιφάσεις.

Marco Mengoni
Εκπροσωπεί τη μεγάλη, καθαρή pop φωνή της Ιταλίας σήμερα. Μπορεί να σταθεί σε φεστιβαλικό περιβάλλον, σε μπαλάντα, σε πιο μοντέρνα παραγωγή, και παραμένει από τα πιο σταθερά ονόματα της σύγχρονης σκηνής.

Annalisa
Μία από τις πιο δυνατές γυναικείες παρουσίες της ιταλικής pop των τελευταίων χρόνων. Με προσεγμένη παραγωγή, dance-pop αισθητική και τραγούδια που λειτουργούν πολύ καλά στη σημερινή ραδιοφωνική και streaming πραγματικότητα, δείχνει τη μοντέρνα πλευρά της ιταλικής mainstream σκηνής.

Elodie
Συνδυάζει pop, R&B, dance και εικόνα με έντονη σκηνική ταυτότητα. Είναι από τις καλλιτέχνιδες που δείχνουν πως η ιταλική pop έχει περάσει σε μια εποχή όπου η μουσική, η μόδα, το βίντεο και τα social media λειτουργούν ως ενιαίο πακέτο.

Tiziano Ferro
Από τους σημαντικότερους Ιταλούς pop καλλιτέχνες της νεότερης εποχής. Η δύναμή του βρίσκεται στη συναισθηματική γραφή, στη φωνή και στην ικανότητά του να μεταφέρει την ιταλική μπαλάντα σε ένα πιο διεθνές, σύγχρονο περιβάλλον.

Laura Pausini
Παρότι ξεκίνησε τη μεγάλη της πορεία στα 90s, παραμένει σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη ιταλική pop. Η καριέρα της στον ισπανόφωνο κόσμο και η διεθνής της παρουσία την κάνουν μία από τις πιο εξαγώγιμες φωνές της Ιταλίας.

Eros Ramazzotti
Η χαρακτηριστική φωνή του και η ευρωπαϊκή pop-rock μπαλάντα του τον κράτησαν για δεκαετίες στο διεθνές προσκήνιο. Είναι από τους καλλιτέχνες που βοήθησαν την ιταλική γλώσσα να ακουστεί σε αγορές όπου συνήθως κυριαρχούσαν τα αγγλικά και τα ισπανικά.

Sfera Ebbasta
Κεντρικό όνομα της ιταλικής trap σκηνής, με τεράστια απήχηση στη νεολαία και στο streaming. Αντιπροσωπεύει μια Ιταλία μακριά από το παραδοσιακό στερεότυπο της μελωδικής μπαλάντας.

Lazza
Ένας από τους καλλιτέχνες που έφεραν την ιταλική rap/trap ακόμη πιο κοντά στο mainstream κοινό. Συνδυάζει τεχνική, μελωδικότητα και εμπορική δύναμη, δείχνοντας πόσο έχει αλλάξει η εγχώρια αγορά.

Blanco
Με έντονη νεανική ενέργεια και συναισθηματική αμεσότητα, ανήκει στη γενιά που κινείται ανάμεσα στην pop, την urban αισθητική και την εξομολόγηση. Η επιτυχία του δείχνει ότι η νέα ιταλική σκηνή δεν φοβάται την ευαλωτότητα.

Geolier
Μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις της νέας ναπολιτάνικης urban σκηνής. Με χρήση της ναπολιτάνικης γλώσσας και έντονη τοπική ταυτότητα, αποδεικνύει ότι η Νάπολη εξακολουθεί να παράγει μουσική που μιλάει στο σήμερα.

Μια μουσική χώρα που δεν χωράει ολόκληρη σε ένα άρθρο

Γράφοντας για την Ιταλία, ένιωσα πολύ γρήγορα ότι δεν γίνεται να είμαι απολύτως δίκαιος με όλους. Η χώρα έχει τεράστια μουσική βιομηχανία, τεράστια ιστορία και αμέτρητες παράλληλες σκηνές. Από την όπερα μέχρι τη ναπολιτάνικη canzone, από το Sanremo μέχρι τον Morricone, από τους cantautori μέχρι τη disco, από την pop των 90s μέχρι τη σημερινή rap και trap, κάθε ενότητα θα μπορούσε να γίνει ξεχωριστό αφιέρωμα.

Αυτό σημαίνει ότι αναγκαστικά κάποια σημαντικά ονόματα είτε έμειναν έξω είτε αναφέρθηκαν πιο σύντομα απ’ όσο θα τους άξιζε. Σε μια τέτοια χώρα, δεν υπάρχει «τελική» λίστα. Υπάρχει μόνο μια διαδρομή. Και η ιταλική διαδρομή είναι από τις πιο πλούσιες, πιο αναγνωρίσιμες και πιο ζωντανές που μπορεί να ακολουθήσει κανείς στην παγκόσμια μουσική.

Η Ιταλία τραγουδά σαν να παίζει θέατρο, γράφει μελωδίες σαν να θυμάται κάτι βαθιά προσωπικό και παράγει pop σαν να ξέρει ότι η συγκίνηση πρέπει να φτάσει μέχρι τoν τελευταίο ακροατή. Ακόμη κι όταν δεν καταλαβαίνεις κάθε λέξη, νιώθεις ότι κάποιος σου λέει κάτι που το έχει ζήσει…!

—————————————

Το μουσικό ταξίδι συνεχίζεται την επόμενη Κυριακή, με μια νέα χώρα και τους δικούς της ήχους.

—————————————

👉 Δείτε όλα τα αφιερώματα της σειράς «Οι μουσικές του πλανήτη»

—————————————

Κάθε Κυριακή ταξιδεύουμε μουσικά σε μια διαφορετική χώρα και ανακαλύπτουμε την ιστορία και τους ήχους της. Αν θέλετε να μη χάνετε κανένα από αυτά τα μουσικά ταξίδια, γραφτείτε παρακάτω στη σελίδα, στο newsletter του MusicCorner για να λαμβάνετε πρώτοι τα νέα άρθρα…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ