Γράφει ο Παύλος Ζέρβας
Το «Κάκτοι ΙΙΙ», η ολόφρεσκη δουλειά της Κατερίνας Κυρμιζή που κλείνει τον κύκλο “Κάκτοι”, είναι δίσκος που δεν κυνηγάει εντυπωσιασμούς. Δεν προσποιείται ότι “φέρνει κάτι επαναστατικό”, ούτε χτίζεται πάνω σε θορυβώδη παραγωγή. Σου δίνει, αντίθετα, την αίσθηση μιας καλλιτέχνιδας που ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει και το λέει με τρόπο καθαρό: τραγούδια με εσωτερικό ρυθμό, συναισθηματική ακρίβεια και μια ενορχηστρωτική λογική που υπηρετεί την ερμηνεία.
Αυτό, από μόνο του, είναι αρετή. Αλλά είναι και το σημείο που κρίνεται ο δίσκος: αν ο ακροατής “μπει” σε αυτή τη χαμηλόφωνη ένταση, θα τον ανταμείψει. Αν ψάχνει συνεχείς κορυφώσεις και “δραματουργικές” αλλαγές, μπορεί να τον βρει “συγκρατημένο”.
Ο δίσκος ακούγεται συνεκτικός. Δεν πετάει από ύφος σε ύφος, δεν ψάχνεται. Είναι σα να έχει αποφασίσει εξαρχής: “θα κρατήσω το μέτρο, θα αφήσω χώρο στη φωνή, θα αφήσω τα τραγούδια να αναπνεύσουν”.
Και πράγματι, ο δίσκος δεν είναι «στη διαπασών» από την αρχή ως το τέλος. Έχει σημεία πιο ήσυχα και σημεία που ανοίγουν λίγο, οπότε τα τραγούδια αναπνέουν και η φωνή μπορεί να δείξει τις λεπτές αλλαγές στο συναίσθημα. Ναι, η ερμηνεία κάνει πολύ δουλειά. Γενικά είναι ένας δίσκος που ποντάρει στην ατμόσφαιρα και στην αφήγηση.
Η Κυρμιζή έχει μια πολύ συγκεκριμένη δύναμη: γράφει και ερμηνεύει με τρόπο που δεν ζητάει χειροκρότημα, κι όμως καταφέρνει να συγκινεί. Η εκφορά της δεν είναι “θεατρική”, είναι οικεία, σαν να την ακούς σε κάποιο ζεστό μικρό χώρο.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον ηχητικό πλουραλισμό του άλμπουμ, στον οποίο συμβάλλει καθοριστικά ο Νίκος Γρηγοριάδης στη μουσική παραγωγή. Έγχορδα που προσθέτουν βάθος, σαξόφωνο και pedal steel που φέρνουν μια υπόγεια μελαγχολία, μελόντικα και λύρα που δίνουν μια σχεδόν κινηματογραφική αίσθηση σε ορισμένα περάσματα. Το ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά τα όργανα δεν λειτουργούν ως “στολίδια”, αλλά ως οργανικό μέρος της όλης διαδικασίας. Η παραγωγή παραμένει συγκρατημένη, αφήνοντας τα χρώματα των οργάνων να εναλλάσσονται χωρίς να διασπούν τη συνοχή του άλμπουμ. Έτσι, ο πλουραλισμός δεν γίνεται πολυφωνία χάους, αλλά εργαλείο ατμόσφαιρας.
Εκεί που ο δίσκος καμιά φορά “χάνει” λίγο έδαφος, δεν είναι επειδή δεν είναι καλός, αλλά επειδή σε κάποια σημεία η επιλογή της συνέπειας (ίδια χαμηλόφωνη ένταση, ίδια λογική κλιμάκωσης) μπορεί να δημιουργήσει μια αίσθηση ότι ο δίσκος κινείται σε στενό δραματουργικό εύρος. Όχι ότι τα τραγούδια μοιάζουν μεταξύ τους, αλλά ότι ο κόσμος τους είναι εσκεμμένα συγκεκριμένος.
1. Τα τραγούδια γίνονται άστρα
Ιδανικό άνοιγμα: ατμοσφαιρικό, μελωδικό και “δηλωτικό” για το ύφος του δίσκου. Δίνει ταυτότητα σε ότι θα ακολουθήσει. Έχει και μια από τις πιο ζωντανές δυναμικές στον δίσκο, νιώθεις ότι χτίζει χωρίς να φωνάζει.
2. Μέθεξις
Πιο “μπροστά” ως συνολική ένταση, με πιο σταθερή ροή. Κρατάει ωραία ισορροπία ανάμεσα στο λυρικό και στο προσγειωμένο, χωρίς να γίνεται βαρύ.
3. Generation X
Το πιο “μπριόζικο”/επιθετικό σε ενέργεια και φωτεινότητα ήχου σε σχέση με τα υπόλοιπα. Λειτουργεί καλά σαν τονωτική ένεση μέσα στη ροή του άλμπουμ, γιατί σπάει τη μονόχρωμη διάθεση χωρίς να βγαίνει έξω από το σύμπαν του. Μπορώ να πω ότι μου θύμισε λίγο την Κατερίνα του …μπλουτζίν!
Αναφέρεται στη γενιά των ’70s που έβλεπε τα “πλοία για την Ιθάκη” να φεύγουν, ενώ εκείνη έμενε πίσω, με την οικονομική κρίση και τις πανδημίες να της κόβουν τα φτερά όταν έπρεπε να πετάξει…
4. Δε σ’ αντέχω
Χαρούμενο, πιο άμεσο. Πατάει κατευθείαν στο συναίσθημα, χρησιμοποιώντας funny εκφράσεις. Είναι από αυτά που σε κερδίζουν από τα πρώτα κι όλας ακούσματα.
Το χιούμορ στους στίχους δεν είναι διακοσμητικό. Λειτουργεί σαν άμυνα απέναντι σε μια σχέση που σε “ζεσταίνει–παγώνει” και σε τρέχει πίσω από μια σκιά, με τον άλλον διαρκώς άφαντο, μέχρι που η υπερβολή του «θα φαρμακωθώ!» γίνεται το ξέσπασμα μιας κωμικοτραγικής εμμονής!
5. Στην ώρα της καρδιάς
Ένα από τα κομμάτια που απλώνουν περισσότερο χώρο και αφήνουν τον χρόνο να δουλέψει υπέρ τους. Εδώ η ατμόσφαιρα είναι το όπλο: αν το ακούσεις βιαστικά, θα σου φανεί “ήσυχο”. Αν το ακούσεις προσεκτικά, θα δεις πόσο μελετημένο είναι στη ροή του.
6. Μαύρο ροζ
Κρατάει χαμηλό προφίλ, με εσωστρέφεια και πειθαρχία, ίσως και μια blues αίσθηση σε κάποια σημεία. Είναι τραγούδι “διάθεσης”, δεν σου δίνει ένα δυνατό ρεφρέν να πιαστείς, σου δίνει όμως μια αίσθηση που μένει.
7. Τίποτα πια
Το μεγάλο κλείσιμο (και σε διάρκεια): έχει χαρακτήρα επιλόγου. Εδώ ταιριάζει πολύ η επιλογή της υπομονής: δεν βιάζεται να κορυφώσει και αυτό κάνει το φινάλε να λειτουργεί σαν κλείσιμο κύκλου, όχι σαν “τελευταίο δυνατό κομμάτι για να θυμάσαι”. Άλλωστε είναι και το τραγούδι που τελικά κλείνει την τριλογία των “Κάκτων”!
Το «Κάκτοι ΙΙΙ» είναι δίσκος ώριμος και συνεπής. Δεν είναι “δίσκος για να παίζει στο background”, θέλει ακρόαση με προσοχή και σε ανταμείβει με λεπτομέρεια, ατμόσφαιρα και μια ερμηνευτική αλήθεια που δεν καταφεύγει σε τεχνάσματα. Γνώριμο χαρακτηριστικό για τη συγκεκριμένη ερμηνεύτρια.
Δεν είναι αψεγάδιαστος: η επιλογή της χαμηλόφωνης δύναμης, όσο ευγενής κι αν είναι, σημαίνει ότι κάποιοι ακροατές θα θελήσουν λίγο περισσότερη εναλλαγή κορυφώσεων ή πιο έντονες αντιθέσεις μέσα στη ροή. Όμως ως καλλιτεχνική δήλωση, “έτσι το ήθελα” (ναι, αυτό φαντάζομαι ήθελε ως αποτέλεσμα η Κατερίνα), πετυχαίνει το στόχο!

























