Γράφει ο Παύλος Ζέρβας

Η Ελβετία μοιάζει, πολλές φορές, με χώρα που έχει μάθει να μιλά χαμηλόφωνα. Δεν φωνάζει την πολιτιστική της ταυτότητα, δεν την κάνει πάντα εξαγωγικό θέαμα, δεν τη ντύνει απαραίτητα με υπερβολές. Κι όμως, πίσω από την εικόνα των Άλπεων, των λιμνών, των καθαρών πόλεων και των χωριών που μοιάζουν να έχουν μείνει έξω από τον χρόνο, υπάρχει μια μουσική ιστορία πιο σύνθετη απ’ όσο δείχνει με την πρώτη ματιά.

Η Ελβετία δεν είναι μόνο yodeling, ούτε μόνο alphorn. Είναι μια χώρα τεσσάρων γλωσσών, γερμανικών, γαλλικών, ιταλικών και ρομανσικών, μια χώρα όπου οι κοιλάδες, τα καντόνια και οι πόλεις έφτιαξαν διαφορετικούς τρόπους να τραγουδούν την ίδια πατρίδα. Άλλη μουσική ακούς να γεννιέται στα αλπικά χωριά του Appenzell και της Κεντρικής Ελβετίας, άλλη στη Βέρνη και τη Ζυρίχη, άλλη στη γαλλόφωνη Λωζάνη και τη Γενεύη, άλλη στο ιταλόφωνο Ticino. Αυτή ακριβώς η πολυφωνία είναι η ψυχή της ελβετικής μουσικής.

Μια χώρα τεσσάρων γλωσσών και πολλών ήχων

Για να καταλάβει κανείς την Ελβετία, πρέπει πρώτα να αφήσει στην άκρη την ιδέα μιας ενιαίας, μονοκόμματης εθνικής κουλτούρας. Η χώρα είναι μικρή σε έκταση, αλλά μουσικά λειτουργεί σαν σταυροδρόμι. Η γερμανόφωνη πλευρά συνομιλεί με την Κεντρική Ευρώπη, η γαλλόφωνη με τους δικούς της ήχους και τη δυτικοευρωπαϊκή τραγουδοποιία, η ιταλόφωνη με τη μελωδική παράδοση του νότου, ενώ οι ρομανσόφωνες περιοχές των Grisons κουβαλούν κάτι από την απομόνωση και την ιδιαιτερότητα των ορεινών κοινοτήτων.

Έτσι η ελβετική μουσική δεν έχει πάντα μία «εύκολη» ταμπέλα. Δεν είναι σαν την Ιρλανδία, που ο ακροατής σκέφτεται αμέσως τις pub, τα βιολιά και τα rebel songs. Δεν είναι σαν την Ισπανία, που φέρνει αμέσως στο μυαλό flamenco, κιθάρες και ανδαλουσιανό πάθος. Η Ελβετία λειτουργεί πιο υπόγεια. Σου δίνει πρώτα την εικόνα: το βουνό, την κοιλάδα, τη λίμνη, το χωριό, την πόλη. Μετά σου δίνει τη φωνή.

Οι Άλπεις ως φυσικό ηχείο

Το yodeling είναι ο πιο αναγνωρίσιμος ελβετικός ήχος, αλλά δεν ξεκίνησε ως τουριστικό κλισέ. Συνδέθηκε με τον ορεινό χώρο, με τους βοσκούς, με την ανάγκη της φωνής να ταξιδεύει από πλαγιά σε πλαγιά, από κοιλάδα σε κοιλάδα. Η εναλλαγή ανάμεσα στη βαθιά φωνή και την ψηλή, δεν ήταν απλώς τεχνική. Ήταν τρόπος επικοινωνίας, τρόπος παρουσίας μέσα σε ένα τοπίο όπου ο άνθρωπος ήταν μικρός και το βουνό τεράστιο.

Στα χωριά της Κεντρικής Ελβετίας, στο Appenzell, στο Entlebuch, στα καντόνια όπου η καθημερινότητα ήταν δεμένη με την κτηνοτροφία, τα πανηγύρια, τις εποχές και τη γη, το yodeling έγινε συλλογική μνήμη. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα παραμένει ζωντανό μέσα από χορωδίες, τοπικές γιορτές, συλλόγους και διαγωνισμούς. Το 2025, μάλιστα, το ελβετικό yodeling αναγνωρίστηκε από την UNESCO ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά, μια εξέλιξη που επιβεβαίωσε ότι δεν πρόκειται για παγωμένο φολκλόρ, αλλά για ζωντανή παράδοση.

Δίπλα στο yodeling βρίσκεται το alphorn (αλπικό κέρας), το μακρύ ξύλινο πνευστό που μοιάζει σχεδόν να βγαίνει από το ίδιο το βουνό. Ο ήχος του είναι βαθύς, φυσικός, χωρίς την αστική ένταση ενός χάλκινου οργάνου. Είναι ένας ήχος που δεν βιάζεται. Ανοίγεται στον χώρο, απλώνεται πάνω από λιβάδια, λίμνες και κορυφές. Το alphorn καταγράφηκε ήδη από τον 16ο αιώνα και, πέρα από μουσικό όργανο, λειτούργησε και ως μέσο επικοινωνίας σε ορεινές περιοχές. Σήμερα είναι από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της ελβετικής παράδοσης, όχι επειδή ακούγεται παντού, αλλά επειδή συμπυκνώνει την εικόνα της χώρας: φύση, απόσταση, καθαρότητα, αντήχηση.

Η Ländlermusik και η μουσική της κοινότητας

Αν το yodeling είναι η φωνή των βουνών και το alphorn η αναπνοή τους, η ελβετική Ländlermusik είναι ένας από τους βασικούς ήχους της κοινότητας. O χορός Ländler συνδέεται κυρίως με την Αυστρία και τη Βαυαρία, όμως στην Ελβετία η Ländlermusik διαμορφώθηκε ως ξεχωριστή τοπική αλπική λαϊκή μουσική, ιδιαίτερα στην Κεντρική Ελβετία. Με ακορντεόν, κλαρίνα, πιάνο, βιολιά, κοντραμπάσο και μικρά τοπικά σύνολα, δεν ζητά να εντυπωσιάσει. Ζητά να φέρει τους ανθρώπους κοντά.

Στην Κεντρική Ελβετία έγινε ιδιαίτερα ισχυρή, ενώ σε περιοχές όπως το Appenzell αναπτύχθηκαν ξεχωριστές μορφές εγχόρδων συνόλων. Εκεί η μουσική δεν ήταν σκηνικό για τουρίστες, αλλά μέρος μιας συγκεκριμένης ζωής: γάμοι, τοπικές γιορτές, συνάξεις, πανηγύρια, Κυριακές μετά την εκκλησία, χειμωνιάτικες βραδιές. Η μουσική ακολουθούσε το ημερολόγιο της κοινότητας.

Αυτή είναι μια σημαντική διαφορά της Ελβετίας σε σχέση με άλλες χώρες της σειράς. Η παράδοσή της δεν είναι τόσο θεατρική. Δεν έχει απαραίτητα το δραματικό ξέσπασμα του flamenco ή την εξωστρέφεια της λατινικής μουσικής. Είναι πιο εσωτερική, πιο τοπική, πιο δεμένη με τη μικρή κλίμακα. Με ένα χωριό, ένα καντόνι, μια κοιλάδα, μια διάλεκτο…

Πόλεις, καντόνια και διαφορετικές μουσικές ψυχές

Η Βέρνη, με τον πιο ανθρώπινο ρυθμό της, έδωσε χώρο σε τραγουδοποιούς και σε καλλιτέχνες που κινήθηκαν ανάμεσα στη γερμανόφωνη παράδοση και τη σύγχρονη pop. Ο Stephan Eicher, ένας από τους σημαντικότερους Ελβετούς τραγουδοποιούς, γεννήθηκε κοντά στη Βέρνη και τραγούδησε σε πολλές γλώσσες, κουβαλώντας μέσα του ακριβώς αυτή την ελβετική πολυγλωσσία. Το «Déjeuner en paix» έγινε ένα από τα τραγούδια που έδειξαν πως ένας Ελβετός καλλιτέχνης μπορούσε να μιλήσει ευρωπαϊκά, χωρίς να χάσει την ιδιαιτερότητά του.

Η Ζυρίχη, από την άλλη, λειτούργησε περισσότερο ως αστικό εργαστήριο. Εκεί μπορεί κανείς να φανταστεί πιο εύκολα τη γέννηση της ηλεκτρονικής πλευράς της ελβετικής μουσικής, των πειραματισμών, των clubs, των στούντιο, της σχέσης με την τέχνη και την τεχνολογία. Οι Yello, με τον Boris Blank και τον Dieter Meier, έφτιαξαν έναν ήχο που δεν έμοιαζε ούτε με κλασική pop ούτε με απλό dance προϊόν. Ήταν ειρωνικός, κινηματογραφικός, ηλεκτρονικός, κοσμοπολίτικος. Το «Oh Yeah» έγινε παγκόσμια αναγνωρίσιμο, αλλά η πραγματική σημασία των Yello βρίσκεται στο ότι έδειξαν μια άλλη Ελβετία. Όχι την αλπική, αλλά την αστική, πειραματική και παιχνιδιάρικη.

Η Λωζάνη και η Γενεύη, στη γαλλόφωνη πλευρά, έχουν άλλη ατμόσφαιρα. Πιο κοντά στη chanson, στην ευρωπαϊκή τραγουδοποιία, στη λεπτότερη pop έκφραση. Από αυτό το περιβάλλον αναδύθηκαν καλλιτέχνες όπως η Sophie Hunger και ο Bastian Baker, που κινήθηκαν με άνεση ανάμεσα στην ελβετική ταυτότητα και τη διεθνή σκηνή. Στη γαλλόφωνη Ελβετία, η μουσική συχνά αποκτά έναν πιο λυρικό, πιο εξομολογητικό χαρακτήρα.

Το Ticino, η ιταλόφωνη περιοχή στον νότο, φέρνει διαφορετικό φως. Εκεί η Ελβετία μοιάζει να κοιτά περισσότερο προς τη Μεσόγειο. Η μουσική γλώσσα γίνεται πιο μελωδική, πιο κοντά στην ιταλική pop ευαισθησία, ακόμη κι όταν οι καλλιτέχνες δεν γίνονται διεθνώς γνωστοί. Και στα Grisons, εκεί όπου επιβιώνει η ρομανσική γλώσσα, η αίσθηση είναι ακόμη πιο ιδιαίτερη: μικρές κοινότητες, ορεινά τοπία, μειονοτική γλώσσα και μουσικές που κουβαλούν την αίσθηση μιας Ευρώπης που δεν φαίνεται πάντα στους μεγάλους χάρτες της pop.

Από την ουδετερότητα στην εξωστρέφεια

Η ιστορία της Ελβετίας, με την ουδετερότητα, την ομοσπονδιακή δομή και την πολυγλωσσία της, επηρέασε και τη μουσική της. Η χώρα δεν είχε την ίδια ανάγκη να χτίσει μια ενιαία εθνική αφήγηση μέσα από το τραγούδι, όπως συνέβη αλλού. Δεν υπήρξε ένα ενιαίο μεγάλο μουσικό κέντρο που να επιβάλλει ήχο σε όλη την επικράτεια. Αντίθετα, η μουσική αναπτύχθηκε συχνά τοπικά, καντονικά, γλωσσικά.

Αυτό είχε ένα κόστος: η Ελβετία δεν έγινε ποτέ εύκολα αναγνωρίσιμη ως «μουσική υπερδύναμη». Είχε όμως και ένα πλεονέκτημα: έμαθε να ζει με πολλές ταυτότητες ταυτόχρονα. Έτσι, όταν οι Ελβετοί καλλιτέχνες άρχισαν να βγαίνουν προς τα έξω, δεν κουβαλούσαν μία μόνο σχολή. Άλλος έβγαινε από την παράδοση, άλλος από το rock, άλλος από την ηλεκτρονική σκηνή, άλλος από την τραγουδοποιία, άλλος από την pop των charts.

Pop, Eurovision και το σύγχρονο πρόσωπο της χώρας

Η Ελβετία έχει μια ενδιαφέρουσα σχέση με τη Eurovision. Ήταν η χώρα που φιλοξένησε τον πρώτο διαγωνισμό, το 1956, στο Lugano, και τον κέρδισε με τη Lys Assia και το «Refrain». Από τότε, η Eurovision έμεινε ένας από τους τρόπους με τους οποίους η Ελβετία εμφανιζόταν περιοδικά στη μεγάλη ευρωπαϊκή pop σκηνή.

Το 1988, η χώρα κέρδισε ξανά με τη Céline Dion και το «Ne partez pas sans moi». Αν και η Dion είναι Καναδή, η νίκη εκείνη ανήκει στην ελβετική Eurovision ιστορία και δείχνει κάτι χαρακτηριστικό: η Ελβετία συχνά λειτούργησε ως ανοιχτή πλατφόρμα, ως χώρα που μπορούσε να εκπροσωπηθεί από διαφορετικές φωνές, γλώσσες και προελεύσεις.

Τα τελευταία χρόνια, η εικόνα αυτή ανανεώθηκε. Ο Luca Hänni με το «She Got Me» το 2019 έφερε μια πιο καθαρή, σύγχρονη pop-dance ενέργεια. Ο Gjon’s Tears με το «Tout l’univers» το 2021 έδωσε μια δραματική, φωνητικά απαιτητική και βαθιά ευρωπαϊκή μπαλάντα. Και το 2024, ο Nemo με το «The Code» χάρισε στην Ελβετία την τρίτη της νίκη στη Eurovision, με ένα τραγούδι που συνδύαζε pop, rap και οπερατικά στοιχεία, αλλά κυρίως έφερνε στο κέντρο μια σύγχρονη αφήγηση ταυτότητας.

Η νίκη του Nemo ήταν σημαντική όχι μόνο για τη Eurovision, αλλά και για την ίδια την εικόνα της Ελβετίας. Έδειξε μια χώρα που μπορεί να ξεκινά από τις Άλπεις και τις παραδόσεις, αλλά δεν μένει φυλακισμένη σε αυτές. Μια χώρα που μπορεί να έχει alphorn και yodeling στη συλλογική της μνήμη, αλλά να κερδίζει την Ευρώπη με ένα τραγούδι απολύτως σύγχρονο, υβριδικό και προσωπικό.

Η εμπορική πλευρά: DJ BoBo, dance και ευρωπαϊκά 90s

Καμία διαδρομή στην ελβετική μουσική δεν θα ήταν πλήρης χωρίς τον DJ BoBo. Στη δεκαετία του ’90, όταν η eurodance έγινε η πιο αναγνωρίσιμη γλώσσα των ευρωπαϊκών clubs, ο Ελβετός καλλιτέχνης βρέθηκε στην πρώτη γραμμή με τραγούδια όπως το «Somebody Dance with Me» και το «Chihuahua». Η μουσική του μπορεί σήμερα να ακούγεται χαρακτηριστικά δεμένη με την εποχή της, αλλά αυτό ακριβώς είναι και η αξία της: αποτελεί κομμάτι της ευρωπαϊκής pop μνήμης των 90s και των αρχών των 00s.

Ο DJ BoBo αντιπροσωπεύει μια άλλη πλευρά της Ελβετίας, πιο εμπορική, πιο χορευτική, πιο τηλεοπτική. Όχι την Ελβετία του χωριού, αλλά την Ελβετία των μεγάλων παραγωγών, των ευρωπαϊκών περιοδειών, της pop βιομηχανίας που μπορεί να ξεκινά από μια μικρή χώρα και να απευθύνεται σε ολόκληρη την ήπειρο.

Rock, metal και ηλεκτρονική σκηνή χωρίς να χάνεται η ισορροπία

Η Ελβετία έχει και ισχυρή παρουσία στο rock και στο metal, αν και αυτό δεν πρέπει να επισκιάσει την υπόλοιπη μουσική της ταυτότητα. Οι Krokus έγιναν το σημαντικότερο ελβετικό hard rock όνομα, οι Gotthard συνέχισαν τη rock παράδοση με πιο μελωδικό και stadium χαρακτήρα, ενώ οι Celtic Frost άφησαν βαθύ αποτύπωμα στο ακραίο metal, επηρεάζοντας σκηνές πολύ πέρα από τα ελβετικά σύνορα.

Αργότερα, οι Eluveitie έδωσαν μια ενδιαφέρουσα γέφυρα ανάμεσα στο folk και το metal, χρησιμοποιώντας κέλτικες και παραδοσιακές αναφορές μέσα σε σκληρό ήχο. Αυτή η πλευρά έχει ενδιαφέρον γιατί δείχνει πως ακόμη και η βαριά μουσική στην Ελβετία συχνά ψάχνει τρόπο να συνομιλήσει με το παρελθόν, με μύθους, με όργανα και με παλιότερες ηχητικές μνήμες.

Οι Yello, αν και ανήκουν περισσότερο στην ηλεκτρονική και πειραματική pop, μπαίνουν επίσης σε αυτή την ενότητα της πιο «αστικής» και διεθνούς Ελβετίας. Ο ήχος τους δεν έχει σχέση με τα βουνά, αλλά με το στούντιο, το χιούμορ, την τεχνολογία και την εικόνα. Είναι η Ελβετία που δεν τραγουδά απαραίτητα το τοπίο της, αλλά την ευφυΐα της.

Σύγχρονοι mainstream καλλιτέχνες

Ο Nemo είναι, φυσικά, το πρόσωπο που άλλαξε την πρόσφατη εικόνα της ελβετικής μουσικής. Με το «The Code» δεν εκπροσώπησε απλώς τη χώρα στη Eurovision, αλλά έδωσε στην Ελβετία μια νίκη που συνδύαζε τεχνική δυσκολία, σκηνική τόλμη και σύγχρονη θεματική. Η μουσική του κινείται ανάμεσα στην pop, το rap και πιο θεατρικές φόρμες, δείχνοντας πως η νέα ελβετική σκηνή δεν φοβάται τα υβρίδια.

Ο Gjon’s Tears έγινε διεθνώς γνωστός μέσα από τη Eurovision, αλλά η περίπτωση του έχει ενδιαφέρον πέρα από τον διαγωνισμό. Με φωνή που κινείται ανάμεσα στο λυρικό και το δραματικό, έφερε στη σύγχρονη ελβετική pop μια αίσθηση μεγάλου ευρωπαϊκού τραγουδιού. Το «Tout l’univers» παραμένει από τις πιο δυνατές συμμετοχές της Ελβετίας στη νεότερη Eurovision εποχή.

Η Sophie Hunger είναι μια από τις πιο ιδιαίτερες τραγουδοποιούς της χώρας. Δεν ανήκει εύκολα σε μία κατηγορία. Κινείται ανάμεσα στην indie, την jazz, τη folk και την ευρωπαϊκή singer-songwriter παράδοση, με τραγούδια που συχνά μοιάζουν περισσότερο με προσωπικά τοπία παρά με απλές pop συνθέσεις.

Ο Bastian Baker αντιπροσωπεύει την πιο καθαρή, εξωστρεφή pop-rock πλευρά της γαλλόφωνης Ελβετίας. Με τραγούδια στα αγγλικά και διεθνή προσανατολισμό, είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που δείχνουν πώς μια μικρή αγορά μπορεί να στραφεί από νωρίς προς το εξωτερικό.

Η Stefanie Heinzmann, από το Valais, έφερε έναν πιο soul-pop ήχο στο ελβετικό mainstream. Η φωνή της και η τηλεοπτική της αναγνωρισιμότητα τη βοήθησαν να γίνει ένα από τα πιο γνωστά σύγχρονα πρόσωπα της χώρας, με καριέρα κυρίως στον γερμανόφωνο χώρο.

Η Anna Rossinelli, γνωστή και από τη Eurovision, κινείται σε πιο ανάλαφρα pop και soul μονοπάτια, εκπροσωπώντας μια πλευρά της ελβετικής σκηνής που δεν επιδιώκει απαραίτητα τον εντυπωσιασμό, αλλά την καθαρή μελωδία και την αμεσότητα.

Ο Luca Hänni είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγχρονης ελβετικής τηλεοπτικής pop. Από talent show μέχρι Eurovision, έχτισε μια εικόνα νεανική, χορευτική και διεθνώς προσβάσιμη, φέρνοντας την Ελβετία πιο κοντά στη λογική των ευρωπαϊκών charts.

Η Ilira, με καταγωγή από οικογένεια Κοσοβάρων Αλβανών και βάση στη γερμανόφωνη pop σκηνή, δείχνει και τη νεότερη πολυπολιτισμική όψη της χώρας. Η σύγχρονη Ελβετία δεν είναι μόνο τα καντόνια και οι παλιές γλώσσες της, αλλά και οι νέες κοινότητες που προσθέτουν δικούς τους ήχους και ταυτότητες.

Η Beatrice Egli εκπροσωπεί την pop-schlager (γερμανόφωνο λαϊκο-ποπ τραγούδι) πλευρά της γερμανόφωνης Ελβετίας, ένα ύφος που συνδυάζει εύκολη μελωδία, λαϊκό έρεισμα και τηλεοπτική εξωστρέφεια. Μετά τη νίκη της στο “Deutschland sucht den Superstar”, έγινε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα του χώρου, δείχνοντας ότι η ελβετική μουσική δεν κοιτά μόνο προς την indie, την Eurovision ή την ηλεκτρονική σκηνή, αλλά και προς το μεγάλο γερμανόφωνο κοινό.

Η Ελβετία υπήρξε και τόπος ζωής για διεθνείς μορφές της μουσικής, με πιο χαρακτηριστική την Tina Turner, η οποία πολιτογραφήθηκε Ελβετή το 2013 και έζησε για δεκαετίες κοντά στη Ζυρίχη. Δεν ανήκει στην ελβετική μουσική παράδοση, αλλά η σχέση της με τη χώρα δείχνει και την εικόνα της Ελβετίας ως τόπου ιδιωτικότητας, ηρεμίας και δεύτερης ζωής για καλλιτέχνες παγκόσμιου βεληνεκούς…

12 τραγούδια-κλειδιά για να μπεις στη μουσική φιλοσοφία της χώρας

1. Παραδοσιακό – “Ranz des Vaches”
Ένα από τα πιο εμβληματικά ελβετικά παραδοσιακά τραγούδια, δεμένο με τους βοσκούς, τις Άλπεις και τη νοσταλγία της πατρίδας. Δεν είναι απλώς τραγούδι, αλλά σχεδόν ηχητικό σύμβολο του αλπικού κόσμου.

2. Παραδοσιακό – “S’Vreneli vom Guggisberg”
Από τα πιο γνωστά ελβετικά folk τραγούδια, με ρίζες στη γερμανόφωνη παράδοση. Φέρνει στο άρθρο τη μελαγχολική, αφηγηματική πλευρά της αγροτικής Ελβετίας.

3. Grauzone – “Eisbär” (1981)
Η αστική, ψυχρή και μινιμαλιστική πλευρά της γερμανόφωνης Ελβετίας. Ένα τραγούδι που συνδέθηκε με το new wave κλίμα των αρχών της δεκαετίας του ’80 και έδειξε πως η χώρα είχε και πιο σκοτεινό, μοντέρνο πρόσωπο.

4. Krokus – “Long Stick Goes Boom” (1982)
Η σκληρή rock πλευρά της Ελβετίας.

5. Yello – “Oh Yeah” (1985)
Η αστική, ηλεκτρονική, πειραματική Ελβετία σε τρία λεπτά. Ένα τραγούδι που έγινε παγκόσμια pop αναφορά μέσα από κινηματογράφο, διαφημίσεις και τηλεόραση.

6. Double – “The Captain of Her Heart” (1985)
Μια πιο κομψή, μελαγχολική pop στιγμή από την Ελβετία των 80s. Το τραγούδι έγινε διεθνής επιτυχία και δείχνει ότι η χώρα μπορούσε να σταθεί και στο πιο ραδιοφωνικό, ατμοσφαιρικό pop τοπίο.

7. Stephan Eicher – “Déjeuner en paix” (1991)
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια της ελβετικής τραγουδοποιίας. Πολυγλωσσικός, ευρωπαϊκός, μελαγχολικός και άμεσος, ο Eicher είναι ιδανικός κρίκος ανάμεσα στη Βέρνη, τη γαλλόφωνη τραγουδοποιία και τη σύγχρονη pop.

8. DJ BoBo – “Somebody Dance with Me” (1992)
Η Ελβετία των 90s, των clubs και της eurodance. Ένα τραγούδι που δείχνει ότι η χώρα δεν έμεινε μόνο στις Άλπεις και την παράδοση, αλλά μπήκε δυνατά στην εμπορική ευρωπαϊκή pop.

9. Gotthard – “Heaven” (2000)
Η πιο μελωδική rock πλευρά της Ελβετίας. Οι Gotthard έγιναν μεγάλο όνομα κυρίως στον γερμανόφωνο και ευρωπαϊκό χώρο, με ήχο που πατά στο κλασικό rock αλλά κοιτά προς τα μεγάλα ραδιόφωνα.

10. Stress – “Libéré” (2007)
Η ελβετική hip hop πλευρά, με γαλλόφωνο στίχο και πιο αστικό βλέμμα. Ο Stress δείχνει ότι η σύγχρονη Ελβετία δεν είναι μόνο βουνά και παράδοση, αλλά και πόλεις, μετανάστευση, νεανική κουλτούρα και κοινωνικός λόγος.

11. Sophie Hunger – “Walzer für Niemand” (2008)
Η εσωτερική, πιο καλλιτεχνική πλευρά της σύγχρονης ελβετικής τραγουδοποιίας. Ένα τραγούδι που δεν φωνάζει, αλλά φτιάχνει ατμόσφαιρα.

12. Bastian Baker – “I’d Sing for You” (2011)
Η πιο εξωστρεφής pop-rock πλευρά της νεότερης γαλλόφωνης Ελβετίας. Με αγγλικό στίχο και διεθνή προσανατολισμό, δείχνει πώς η χώρα άρχισε να κοιτά πιο καθαρά προς την ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά.

Η Ελβετία ως μουσική ιδέα

Η μουσική της Ελβετίας δεν είναι πάντα εκρηκτική. Δεν είναι απαραίτητα η χώρα που θα σου δώσει αμέσως το μεγάλο, εύκολο, παγκόσμιο αφήγημα. Είναι όμως χώρα με στρώματα. Στην επιφάνεια βλέπεις το βουνό, το χωριό, την καθαρή λίμνη, την καρτ ποστάλ. Αν ακούσεις λίγο πιο προσεκτικά, θα βρεις φωνές που περνούν από κοιλάδες, ξύλινα πνευστά που απλώνονται στον αέρα, χορούς της κοινότητας, γαλλόφωνους τραγουδοποιούς, γερμανόφωνη pop, ιταλόφωνες μελωδίες, ηλεκτρονικούς πειραματισμούς, rock μπάντες…

Αυτό είναι τελικά ένα από τα πιο “ελβετικά” στοιχεία της μουσικής της: δεν προσπαθεί πάντα να μοιάσει μεγάλη. Προτιμά να είναι ακριβής, τοπική, πολυγλωσσική, καθαρή στις γραμμές της. Και όταν αποφασίζει να ακουστεί δυνατά, μπορεί να το κάνει είτε με μια φωνή που αντηχεί στις Άλπεις είτε με ένα τραγούδι σαν το «The Code», που ανεβαίνει στη σκηνή της Eurovision και θυμίζει ότι ακόμη και οι πιο ήσυχες χώρες έχουν στιγμές που βρίσκουν τον δικό τους τρόπο να γίνουν το κέντρο της Ευρώπης.

—————————————

Το μουσικό ταξίδι συνεχίζεται την επόμενη Κυριακή, με μια νέα χώρα και τους δικούς της ήχους.

—————————————

👉 Δείτε όλα τα αφιερώματα της σειράς «Οι μουσικές του πλανήτη»

—————————————

Κάθε Κυριακή ταξιδεύουμε μουσικά σε μια διαφορετική χώρα και ανακαλύπτουμε την ιστορία και τους ήχους της. Αν θέλετε να μη χάνετε κανένα από αυτά τα μουσικά ταξίδια, γραφτείτε παρακάτω στη σελίδα, στο newsletter του MusicCorner για να λαμβάνετε πρώτοι τα νέα άρθρα…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ