Γράφει ο Παύλος Ζέρβας
Η Ιρλανδία δεν είναι απλώς μια χώρα με ισχυρή μουσική παράδοση. Είναι ένας τόπος όπου η μουσική λειτούργησε επί αιώνες σαν μνήμη, παρηγοριά, πολιτική φωνή και τρόπος να κρατηθεί ζωντανή μια ταυτότητα που πολλές φορές πιέστηκε, τραυματίστηκε ή χρειάστηκε να επαναπροσδιοριστεί. Από τις παλιές άρπες των Γαελικών αυλών και τα τραγούδια που περνούσαν από στόμα σε στόμα, μέχρι το belfast punk, το dublin rock, την αιθέρια ποπ της Enya και τη σύγχρονη εξωστρεφή σκηνή που ξανασυστήνει την Ιρλανδία στον κόσμο, η μουσική του νησιού κουβαλά πάντοτε κάτι περισσότερο από μελωδία: κουβαλά ιστορία.
Σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου η μουσική εξέλιξη μοιάζει με μια σχετικά ευθεία γραμμή, στην Ιρλανδία η πορεία είναι πιο σύνθετη. Η αποικιοκρατική πίεση, η υποχώρηση της ιρλανδικής γλώσσας, ο Μεγάλος Λιμός του 19ου αιώνα, η μαζική μετανάστευση, η γαελική πολιτισμική αναγέννηση, ο αγώνας για ανεξαρτησία, ο εμφύλιος που ακολούθησε και αργότερα οι δεκαετίες της σύγκρουσης στη Βόρεια Ιρλανδία δεν έμειναν έξω από το τραγούδι. Αντίθετα, χαράχτηκαν μέσα του. Οι μπαλάντες έγιναν φορείς μνήμης, οι παραδοσιακές μελωδίες λειτούργησαν σαν πολιτισμική άμυνα, ενώ το ροκ και το πανκ έδωσαν σε νεότερες γενιές έναν άλλο τρόπο να μιλήσουν για βία, σύνορα, ταυτότητα, οργή και συμφιλίωση.
Κι όμως, η Ιρλανδία δεν είναι μόνο πόνος και ιστορικό βάρος. Είναι και ένα μουσικό τοπίο βαθιά δεμένο με τον χώρο. Άλλο πράγμα σημαίνει μουσική στο ομιχλώδες Donegal, άλλο στο Connemara της κομητείας Galway, όπου η αυθεντική ιρλανδική γλώσσα έμεινε πιο ζωντανή και ανεπηρέαστη από τα Αγγλικά, άλλο στο Clare των ατελείωτων sessions, άλλο στο Sligo της δεξιοτεχνίας στο βιολί, άλλο στο αστικό Δουβλίνο που έμαθε να μεταφράζει την ιρλανδική εμπειρία σε παγκόσμια ποπ και ροκ γλώσσα. Στην Ιρλανδία, οι τόποι δεν είναι φόντο της μουσικής, είναι συνδημιουργοί της.
Όταν η ιστορία μπήκε στο τραγούδι
Η μουσική της Ιρλανδίας δεν μπορεί να διαβαστεί έξω από την ιστορία της. Για αιώνες, η προφορική παράδοση είχε τεράστια σημασία, όχι μόνο επειδή μεγάλο μέρος του πολιτισμού μεταδιδόταν χωρίς γραπτή καταγραφή, αλλά και επειδή το τραγούδι λειτουργούσε ως αποθήκη συλλογικής μνήμης. Έτσι διασώθηκαν αφηγήσεις, θρήνοι, τοπικές ιστορίες, ερωτικά τραγούδια, αλλά και μπαλάντες που συνδέθηκαν με εξεγέρσεις, ήρωες και χαμένες υποθέσεις.
Ο Μεγάλος Λιμός του 1845-1849 άφησε τεράστιο αποτύπωμα στην ιρλανδική κοινωνία και, αναπόφευκτα, και στη μουσική της. Οι απώλειες, οι εκτοπίσεις και η μαζική μετανάστευση γέννησαν τραγούδια γεμάτα πένθος, αποχωρισμό και πικρία. Την ίδια στιγμή, η διασπορά μετέφερε την ιρλανδική μουσική σε Ηνωμένες Πολιτείες, Βρετανία, Καναδά και Αυστραλία, κάνοντάς την παγκόσμια πολύ πριν εμφανιστούν οι μεγάλοι αστέρες της ποπ. Με έναν παράξενο τρόπο, το τραύμα της μετανάστευσης βοήθησε να απλωθεί η ιρλανδική μουσική στον κόσμο.
Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού, η Γαελική Αναγέννηση επανέφερε δυναμικά το ενδιαφέρον για τη γλώσσα, τη λαϊκή παράδοση και τα εθνικά πολιτισμικά σύμβολα. Η μουσική δεν αντιμετωπίστηκε τότε ως απλή διασκέδαση, αλλά ως τμήμα της ίδιας της ιδέας της Ιρλανδίας. Παραδοσιακές μελωδίες, άρπα, γλώσσα και πατριωτικές μπαλάντες απέκτησαν νέο βάρος, καθώς η πολιτισμική αναγέννηση συνδέθηκε όλο και περισσότερο με το αίτημα της πολιτικής αυτονόμησης.
Ενδεικτικό της εποχής είναι το “The Soldier’s Song”, γνωστό αργότερα ως “Amhrán na bhFiann”, το τραγούδι που συνδέθηκε με την εθνική αφύπνιση και τελικά έγινε ο εθνικός ύμνος της Ιρλανδίας!
Η Εξέγερση του Πάσχα το 1916, ο πόλεμος της ανεξαρτησίας και ο εμφύλιος που ακολούθησε δεν γέννησαν μόνο γεγονότα, αλλά και τραγούδια-σύμβολα. Η ιρλανδική μπαλάντα έγινε ξανά όχημα πολιτικής αφήγησης. Τραγούδια που αναφέρονταν σε πρόσωπα, μάχες, φυλακίσεις και θυσίες πέρασαν από γενιά σε γενιά και βοήθησαν να συγκροτηθεί μια λαϊκή εκδοχή της ιστορίας, συχνά πιο συναισθηματική και πιο άμεση από τα σχολικά βιβλία.
Αργότερα, στις δεκαετίες των Troubles στη Βόρεια Ιρλανδία, η μουσική άλλαξε γλώσσα αλλά όχι ένταση. Στο Μπέλφαστ και στο Ντέρι, το πανκ λειτούργησε για πολλούς νέους σαν μια ζώνη προσωρινής διαφυγής από τις θρησκευτικές και πολιτικές ταυτότητες που χώριζαν την κοινωνία. Συγκροτήματα όπως οι Stiff Little Fingers έδωσαν σκληρή, νευρική, άμεση φωνή σε μια γενιά που μεγάλωσε μέσα στη βία, ενώ οι U2, από μια άλλη οδό, έφεραν την πληγή της Βόρειας Ιρλανδίας στην παγκόσμια ροκ σκηνή. Αργότερα, οι Cranberries έκαναν το δικό τους σχόλιο πάνω στον κύκλο της βίας με το “Zombie”, δείχνοντας πως ακόμη και όταν ένα τραγούδι γίνεται διεθνής επιτυχία, μπορεί να παραμένει βαθιά ιρλανδικό στο τραύμα που κουβαλά.
Η σύγχρονη ιρλανδική μουσική συνεχίζει να μιλά για ταυτότητα, κοινωνική πίεση, μετανάστευση, ταξικές ανισότητες και πολιτισμική ρευστότητα, μόνο που πλέον το κάνει με πολύ περισσότερες φωνές και αισθητικές. Η Ιρλανδία του σήμερα δεν ακούγεται μόνο παραδοσιακή ή μόνο ροκ. Ακούγεται πολυφωνική.
Οι τόποι της Ιρλανδίας και ο ήχος τους
Δουβλίνο: η πόλη που έκανε την Ιρλανδία παγκόσμια
Το Δουβλίνο είναι η μουσική πρωτεύουσα της χώρας όχι μόνο επειδή συγκεντρώνει τη βιομηχανία, τις σκηνές και τα μεγαλύτερα ονόματα, αλλά επειδή έμαθε να μετατρέπει το τοπικό βίωμα σε παγκόσμια γλώσσα. Από τις folk παρέες και τις pub μπαλάντες μέχρι το μεταπολεμικό ροκ, το Δουβλίνο υπήρξε ο τόπος όπου η παράδοση συνάντησε τον μοντερνισμό χωρίς να ντρέπεται για την καταγωγή της. Εδώ γεννήθηκαν ή ανδρώθηκαν καλλιτέχνες που έκαναν την ιρλανδική εμπειρία εξαγώγιμη: οι Dubliners, οι Pogues μέσω της “διασπορικής” τους σχέσης με την Ιρλανδία, οι U2, αργότερα η Imelda May, ο Hozier, οι Fontaines D.C. και μια ολόκληρη νέα γενιά που βλέπει το Δουβλίνο ως πόλη έμπνευσης αλλά και πίεσης.
Είναι επίσης η πόλη όπου ακούς καθαρά το πέρασμα από το παλιό στο νέο: παραδοσιακά sessions σε παμπ, αλλά και μεταπανκ, indie, spoken-word ένταση, ποπ με διεθνείς προδιαγραφές. Το Δουβλίνο δεν πρόδωσε την παράδοση. Απλώς αρνήθηκε να την αφήσει ακίνητη.
Connemara και η Galway Gaeltacht: εκεί όπου η γλώσσα ακόμη τραγουδά
Στη δυτική Ιρλανδία, και ειδικά στο Connemara, η μουσική είναι αδιανόητη χωρίς την αυθεντική Ιρλανδική γλώσσα. Η περιοχή αυτή, τμήμα της Gaeltacht όπου τα ιρλανδικά παραμένουν ζωντανά στην καθημερινότητα, είναι μία από τις μεγάλες κοιτίδες του παλιού, ελεύθερου, βαθιά εκφραστικού τρόπου τραγουδιού χωρίς αυστηρό ρυθμικό καλούπι. Εδώ η φωνή συχνά ακούγεται σαν συνέχεια του τοπίου: άγρια, λυρική, γυμνή, με εσωτερική ένταση.
Το Connemara δεν προσφέρει μόνο ένα μουσικό ύφος, αλλά έναν άλλο τρόπο να αντιλαμβάνεσαι τη μουσική: λιγότερο ως «εκτέλεση» και περισσότερο ως βιωμένη παράδοση. Τα τραγούδια εδώ δεν είναι απλώς κομμάτια ρεπερτορίου. Είναι φορείς ιστορίας, γλώσσας, ακόμη και τοπικής προφοράς. Η Galway, από την άλλη, λειτουργεί σαν γέφυρα ανάμεσα σε αυτή την παλαιότερη γαελική ψυχή και σε μια νεότερη, πιο κοσμοπολίτικη ιρλανδική σκηνή.
Clare: η καρδιά των sessions
Αν υπάρχει ένας νομός που αναφέρεται ξανά και ξανά όταν μιλάμε για την καρδιά της παραδοσιακής ιρλανδικής μουσικής, αυτός είναι το Clare. Ειδικά το Ennis, αλλά και χωριά και μικρές κοινότητες σε όλη την περιοχή, έχουν αποκτήσει σχεδόν μυθική θέση στη συνείδηση όσων αγαπούν την παραδοσιακή μουσική. Εδώ το session δεν είναι τουριστικό ντεκόρ αλλά ζωντανή κοινωνική πρακτική. Η μουσική υπάρχει στις παμπ, στα φεστιβάλ, στο σπίτι, στην κοινότητα.
Το Clare συνδέεται με ένα ύφος πιο βαθύ, πιο προσγειωμένο, συχνά λιγότερο επιδεικτικό από άλλες σχολές δεξιοτεχνίας. Η μουσική του μοιάζει να δίνει έμφαση στη ροή, στο συναίσθημα, στην αίσθηση ότι η μελωδία ανασαίνει. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσοι μουσικοί αντιμετωπίζουν την περιοχή σχεδόν σαν προσκύνημα.
Sligo: το βιολί ως τέχνη υψηλής ακρίβειας
Το Sligo έχει ταυτιστεί όσο λίγες περιοχές με μια συγκεκριμένη δεξιοτεχνική σχολή, κυρίως στο βιολί. Το περίφημο “Sligo style” συνδέθηκε με λαμπερό παίξιμο, καθαρότητα, ταχύτητα, τεχνική αυτοπεποίθηση και ένα είδος μουσικής αρχοντιάς που έκανε τη σχολή αυτή εξαιρετικά επιδραστική και εκτός Ιρλανδίας, ιδιαίτερα μέσω της διασποράς στην Αμερική.
Σε σχέση με άλλες περιοχές που προβάλλουν περισσότερο την κοινοτική πλευρά της παράδοσης, το Sligo κουβαλά την αίσθηση της ερμηνευτικής δεξιοτεχνίας. Είναι ένας τόπος που σου θυμίζει ότι η παραδοσιακή μουσική της Ιρλανδίας δεν είναι μόνο συλλογική μνήμη. Είναι και υψηλή μουσική τέχνη με εσωτερικές σχολές, τεχνικές και αισθητικές διαφορές.
Donegal: βόρειος αέρας, βιολί και συγγένεια με τη Σκωτία
Στο βορειοδυτικό άκρο της Ιρλανδίας, το Donegal έχει έναν ήχο που συχνά περιγράφεται ως πιο «τραχύς», πιο ρυθμικός, πιο αιχμηρός. Η τοπική παράδοση στο βιολί φέρει εμφανείς συγγένειες με τη σκωτσέζικη μουσική, κάτι λογικό αν σκεφτεί κανείς τις ιστορικές και γεωγραφικές επαφές της περιοχής. Εκεί ο ήχος είναι συχνά πιο κοφτός, πιο χορευτικός, με έντονο παλμό.
Το Donegal είναι επίσης τόπος όπου η μουσική παραμένει δεμένη με την αίσθηση του συνόρου, του ανέμου, της απόστασης. Νιώθεις ότι αυτή η μουσική γεννήθηκε σε έναν τόπο πιο απομακρυσμένο, πιο εκτεθειμένο στα στοιχεία της φύσης και πιο πεισματικά προσκολλημένο στη δική του ιδιοπροσωπία.
Kerry και Cork: χορός, τραγούδι και νοτιοδυτική ζωντάνια
Ο νοτιοδυτικός κόσμος της Ιρλανδίας, ιδιαίτερα το Kerry αλλά και τμήματα του Cork, είναι βαθιά δεμένος με τον χορό, τα τοπικά κοινωνικά μουσικά έθιμα και τις μορφές παράδοσης που επιβιώνουν όχι ως μουσειακά απολιθώματα αλλά ως κοινότητα σε κίνηση. Στο Kerry συναντά κανείς έντονη παρουσία της παράδοσης σε χορευτικές και φωνητικές μορφές, αλλά και μια ζωντανή σχέση ανάμεσα στη μουσική, το τοπικό φεστιβάλ και την ανεπιτήδευτη κοινωνικότητα της υπαίθρου.
Εδώ η μουσική μοιάζει λιγότερο «αστική υπόθεση» και περισσότερο τρόπος συμμετοχής. Δεν πρόκειται μόνο για το τι τραγουδιέται, αλλά για το πώς το τραγούδι και ο χορός παραμένουν δεμένα με τους ανθρώπους, με το πότε θα μαζευτούν, με το ποιος θα πει τον σκοπό, με το ποιος θα συνεχίσει τον ρυθμό…
Μπέλφαστ και Ντέρι: από τη σύγκρουση στο πανκ και στη νέα αστική ταυτότητα
Η Βόρεια Ιρλανδία έδωσε στη μουσική της χώρας μια άλλη, πιο κοφτερή διάσταση. Στο Μπέλφαστ, ειδικά την εποχή των Troubles, η μουσική έγινε για πολλούς νέους ένας χώρος που μπορούσε να σταθεί απέναντι στον καταναγκασμό των στρατοπέδων. Το πανκ δεν έλυσε φυσικά τη σύγκρουση, αλλά πρόσφερε μια κοινή γλώσσα σε παιδιά που δεν ήθελαν να οριστούν αποκλειστικά ως Καθολικοί ή Προτεστάντες. Αυτή η ενέργεια σημάδεψε την πολιτισμική φυσιογνωμία της πόλης.
Το Ντέρι, από την άλλη, κουβαλά άλλη ιστορική φόρτιση, αλλά και τη δική του μουσική ταυτότητα, από τους Undertones μέχρι τις μεταγενέστερες σκηνές που πάτησαν πάνω σε εκείνη την εμπειρία. Σήμερα, τόσο το Μπέλφαστ όσο και το Ντέρι δεν εκπροσωπούν μόνο τη μνήμη της σύγκρουσης, αλλά και μια νέα, συχνά πιο σύνθετη βορειοϊρλανδική καλλιτεχνική συνείδηση.
12 τραγούδια-κλειδιά για να μπεις στη μουσική φιλοσοφία της Ιρλανδίας
Η παρακάτω δωδεκάδα ακολουθεί μια χρονολογική διαδρομή από την παραδοσιακή και folk ρίζα μέχρι τη σύγχρονη ιρλανδική ποπ, ροκ και εναλλακτική σκηνή. Δεν είναι απλώς «12 καλά τραγούδια», αλλά 12 σταθμοί που δείχνουν πώς αλλάζει ο ιρλανδικός ήχος χωρίς να χάνει την ψυχή του.
1. The Clancy Brothers & Tommy Makem – “The Parting Glass” (1959)
Ένα από τα πιο εμβληματικά τραγούδια του ιρλανδικού και σκωτσέζικου κόσμου, σε μια ερμηνεία που βοήθησε να περάσει η παλιά παράδοση στη δισκογραφική εποχή. Αποχαιρετισμός, νοσταλγία και κοινότητα σε λίγα λεπτά.
2. The Dubliners – “The Rocky Road to Dublin” (1964)
Εδώ ακούς την αστική λαϊκή φλέβα της Ιρλανδίας να γίνεται σχεδόν θεατρική. Ζωντάνια, αφήγηση, ρυθμός και εκείνη η χαρακτηριστική “dublin αίσθηση” ότι το τραγούδι είναι και ιστορία και πείραγμα μαζί.
3. Thin Lizzy – “Whiskey in the Jar” (1972)
Μια ιδιοφυής στιγμή όπου ένα παραδοσιακό τραγούδι περνά στον ηλεκτρικό κόσμο του ροκ χωρίς να χάνει το αφηγηματικό του νεύρο. Κομβικό για να καταλάβει κανείς πώς η Ιρλανδία γεφύρωσε το folk παρελθόν της με τη μοντέρνα σκηνή.
4. The Chieftains – “Mná na hÉireann” (1973)
Ένα κομμάτι σχεδόν συμβολικό για την καλλιτεχνική αναβάθμιση της ιρλανδικής παράδοσης. Ηχοχρώματα, λεπτότητα και αίσθηση πολιτισμικής συνέχειας χωρίς φολκλορικές ευκολίες.
5. Planxty – “Raggle Taggle Gypsy” (1973)
Οι Planxty υπήρξαν θεμελιώδεις για τη folk αναγέννηση της Ιρλανδίας. Αυτό το τραγούδι δείχνει πώς η παραδοσιακή αφήγηση μπορεί να ακουστεί ξανά ζωντανή, νεανική και σχεδόν απρόβλεπτη.
6. U2 – “Sunday Bloody Sunday” (1983)
Ίσως το πιο παγκόσμια αναγνωρίσιμο ιρλανδικό πολιτικό τραγούδι της ροκ εποχής. Δεν είναι απλώς τραγούδι διαμαρτυρίας. Eίναι ένας τρόπος να μετατραπεί το τραύμα της Βόρειας Ιρλανδίας σε παγκόσμιο ηθικό ερώτημα.
7. Enya – “Orinoco Flow” (1988)
Με την Enya η ιρλανδική μουσική απέκτησε μια εντελώς διαφορετική διεθνή ταυτότητα: ατμοσφαιρική, σχεδόν αιωρούμενη, ονειρική. Κι όμως, κάτω από τον αέρα της παγκόσμιας ποπ, η κέλτικη αίσθηση παραμένει παρούσα.
8. Sinéad O’Connor – “Nothing Compares 2 U” (1990)
Μπορεί να είναι τραγούδι του Prince, αλλά στην ερμηνεία της Sinéad έγινε κάτι βαθύτερα ιρλανδικό: πληγωμένο, εκτεθειμένο, σχεδόν εξομολογητικό. Μια στιγμή που δείχνει πώς η ιρλανδική ερμηνευτική ένταση μπορεί να κάνει ένα τραγούδι παγκόσμιο σημάδι.
9. The Cranberries – “Zombie” (1994)
Η Ιρλανδία του τραύματος, της βίας και της κραυγής. Το “Zombie” παραμένει ένα από τα πιο ισχυρά τραγούδια που γεννήθηκαν από τη σκιά των Troubles, με τη Dolores O’Riordan να δίνει σε όλο το κομμάτι μια πληγή που ακόμη καίει.
10. The Corrs – “Runaway” (1995)
Οι Corrs έφεραν έναν πιο γυαλισμένο, προσβάσιμο και διεθνή ιρλανδικό ήχο, χωρίς να κόψουν εντελώς τον δεσμό με την παράδοση. Για πολλούς ακροατές εκτός Ιρλανδίας, ήταν η πρώτη φιλική, ραδιοφωνική πόρτα προς το νησί.
11. Hozier – “Take Me to Church” (2013)
Ένα τραγούδι που απέδειξε πως ένας σύγχρονος Ιρλανδός καλλιτέχνης μπορεί να ενώσει gospel, soul, κοινωνικό σχόλιο και ποιητική ένταση μέσα σε έναν ήχο καθόλου στερεοτυπικά «ιρλανδικό», αλλά βαθιά ιρλανδικό στην ηθική του ορμή.
12. Fontaines D.C. – “Starburster” (2024)
Η σύγχρονη, νευρική, αστική Ιρλανδία. Άγχος, ένταση, λεκτικός ρυθμός, post-punk νεύρο και μια dublin ταυτότητα που δεν εξωραΐζει τίποτα. Ένας ιδανικός επίλογος για να καταλάβει κανείς πού βρίσκεται σήμερα η χώρα μουσικά…
Η Ιρλανδία και ο μύθος της στη Eurovision
Αν υπάρχει ένας χώρος όπου η Ιρλανδία μετέτρεψε τη μουσική της σε ευρωπαϊκό μύθο, αυτός είναι αναμφίβολα η Eurovision. Η χώρα δεν είναι απλώς μία από τις επιτυχημένες του θεσμού. Eίναι μία από τις χώρες που σημάδεψαν βαθιά την ιστορία του. Με επτά νίκες, η Ιρλανδία έχτισε μια σχέση σχεδόν …”ταυτότητας” για τον διαγωνισμό, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1970 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν το ιρλανδικό τραγούδι έμοιαζε να έχει βρει έναν ιδανικό τρόπο να εκφράζει τη μελωδική του δύναμη, τη συναισθηματική του καθαρότητα και εκείνη τη χαρακτηριστική ισορροπία ανάμεσα στη λαϊκή απλότητα και στη σκηνική αξιοπρέπεια.
Η πρώτη μεγάλη νίκη ήρθε το 1970 με τη Dana και το “All Kinds of Everything”, αλλά η πραγματική οικοδόμηση του ιρλανδικού θρύλου στη Eurovision έγινε αργότερα, όταν η χώρα άρχισε να ταυτίζεται με μια απίστευτη συνέπεια στην επιλογή τραγουδιών που μπορούσαν να αγγίξουν την Ευρώπη χωρίς υπερβολές. Η μεγάλη κορύφωση ήρθε στις αρχές των 90s, όταν η Ιρλανδία πέτυχε το σπάνιο και ιστορικό κατόρθωμα των τριών συνεχόμενων νικών! Το 1992, το 1993 και το 1994. Και σαν να μην έφτανε αυτό, επέστρεψε στην κορυφή και το 1996! Εκείνη η εποχή παγίωσε την αίσθηση ότι η Ιρλανδία δεν ήταν απλώς μια χώρα που συμμετείχε επιτυχημένα, αλλά μια χώρα που ήξερε να μιλά στη Eurovision με δική της, αναγνωρίσιμη φωνή.
Στο κέντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται, φυσικά, ο Johnny Logan. Παρότι γεννημένος στην Αυστραλία, η καλλιτεχνική του ταυτότητα είναι απολύτως δεμένη με την Ιρλανδία και το όνομά του έχει γίνει σχεδόν συνώνυμο της ιρλανδικής επιτυχίας στον θεσμό. Ο Logan πέτυχε κάτι μοναδικό: κέρδισε δύο φορές τη Eurovision ως ερμηνευτής, το 1980 με το “What’s Another Year” και το 1987 με το “Hold Me Now”, ενώ υπέγραψε και το “Why Me?”, το τραγούδι με το οποίο η Linda Martin χάρισε στην Ιρλανδία άλλη μία νίκη το 1992! Δεν είναι υπερβολή να πει κανείς ότι ο Johnny Logan δεν είναι απλώς ένας μεγάλος νικητής της Eurovision, αλλά ένα θεμελιώδες κομμάτι της ίδιας της μουσικής εικόνας της Ιρλανδίας προς τα έξω.
Η Ιρλανδία δεν κέρδισε μόνο επειδή είχε καλά ρεφρέν ή δυνατές ερμηνείες. Κέρδισε επειδή παρουσίασε τραγούδια που συχνά είχαν μελωδική καθαρότητα, αφηγηματικό συναίσθημα και έναν τρόπο ερμηνείας που απέφευγε την επιτήδευση. Ακόμη και όταν η Eurovision άλλαξε αισθητική, η ιρλανδική περίοδος κυριαρχίας έμεινε ως υπενθύμιση μιας εποχής όπου το τραγούδι, η φωνή και η συναισθηματική αλήθεια μπορούσαν να αρκούν.
Σήμερα, ακόμη κι αν η Ιρλανδία δεν κυριαρχεί πλέον με τον ίδιο τρόπο στον διαγωνισμό, η ιστορία της στη Eurovision παραμένει αναπόσπαστο κομμάτι της μουσικής της ταυτότητας. Για μια χώρα που πάντοτε έδινε μεγάλη σημασία στη μελωδία, στον λόγο και στην ερμηνευτική ειλικρίνεια, η Eurovision υπήρξε για δεκαετίες όχι απλώς μια διοργάνωση, αλλά μια μεγάλη βιτρίνα του πώς ήθελε να ακουστεί η Ιρλανδία στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Για την ιστορία αυτές είναι οι επτά Ιρλανδικές νίκες στη Eurovision:
- 1970 – Dana, “All Kinds of Everything”
- 1980 – Johnny Logan, “What’s Another Year”
- 1987 – Johnny Logan, “Hold Me Now”
- 1992 – Linda Martin, “Why Me?” (τραγούδι του Johnny Logan)
- 1993 – Niamh Kavanagh, “In Your Eyes”
- 1994 – Paul Harrington & Charlie McGettigan, “Rock ’n’ Roll Kids”
- 1996 – Eimear Quinn, “The Voice”
Σύγχρονοι mainstream καλλιτέχνες
Hozier
Ο Hozier είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση σύγχρονου Ιρλανδού καλλιτέχνη που κατάφερε να ακουστεί διεθνώς χωρίς να μοιάζει κατασκευασμένος για το διεθνές κοινό. Η μουσική του έχει soul, blues, gospel και indie αποχρώσεις, αλλά κάτω από αυτές υπάρχει μια έντονη ποιητικότητα που θυμίζει ότι στην Ιρλανδία ο λόγος παραμένει πολύτιμος. Δεν είναι τυχαίο ότι έγινε παγκόσμιο όνομα με το “Take Me to Church” (το ακούσαμε παραπάνω), ένα τραγούδι που είχε και καλλιτεχνικό βάρος και καθαρή κοινωνική θέση.
Dermot Kennedy
Ο Dermot Kennedy κινείται πιο κοντά στη σύγχρονη συναισθηματική ποπ, αλλά κρατά κάτι από το folk υπόστρωμα της χώρας του, κυρίως στον τρόπο που χτίζει τις μελωδίες και στη συναισθηματική αμεσότητα της ερμηνείας του. Είναι από εκείνους τους καλλιτέχνες που δείχνουν πώς η Ιρλανδία μπορεί να παράγει παγκόσμια προσβάσιμα ονόματα χωρίς να χάνει εντελώς τον εσωτερικό λυρισμό της.
Niall Horan
Ο Niall Horan είναι ίσως η πιο καθαρή pop περίπτωση της σύγχρονης Ιρλανδίας σε επίπεδο μαζικής αναγνώρισης. Η διαδρομή του μετά τους One Direction έδειξε ότι μπορεί να σταθεί αυτόνομα, με τραγούδια που πατούν στην ποπ, στο soft rock και σε μια πιο τραγουδοκεντρική λογική. Εκπροσωπεί την εξωστρεφή, mainstream, διεθνή όψη της χώρας.
Cian Ducrot
Ο Cian Ducrot ανήκει σε εκείνη τη νεότερη γενιά Ιρλανδών τραγουδοποιών που επενδύουν σε δυνατή μελωδία, συναισθηματική εξομολόγηση και ποπ δραματουργία. Η επιτυχία του δείχνει ότι το ιρλανδικό τραγούδι εξακολουθεί να έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη συναισθηματική αφήγηση, ακόμη κι όταν ντύνεται με σύγχρονη ποπ παραγωγή.
CMAT
Η CMAT είναι από τις πιο ξεχωριστές σύγχρονες φωνές της Ιρλανδίας, γιατί φέρνει μαζί country-pop, ειρωνεία, θεατρικότητα και πολύ προσωπικό στίχο. Μπορεί να μην ακολουθεί τη στενή έννοια του «mainstream» όπως ένας καθαρόαιμος ραδιοφωνικός ποπ καλλιτέχνης, όμως είναι πλέον μία από τις πιο ορατές και συζητημένες μορφές της νέας ιρλανδικής σκηνής, με αισθητική που ακούγεται απολύτως δική της.
Fontaines D.C.
Οι Fontaines D.C. δεν ανήκουν στο συμβατικό εμπορικό mainstream, αλλά έχουν εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύγχρονα ιρλανδικά ονόματα διεθνώς, άρα δεν μπορούν να λείπουν από καμία σοβαρή μουσική χαρτογράφηση της χώρας σήμερα. Εκφράζουν το νευρικό, λογοκεντρικό, αστικό πρόσωπο της νέας Ιρλανδίας και δείχνουν ότι το ιρλανδικό τραγούδι συνεχίζει να είναι στενά δεμένο με την πόλη, την ταυτότητα και τη γλώσσα του δρόμου.
The Script
Παρότι ανήκουν σε μια λίγο παλαιότερη πλέον γενιά, οι The Script παραμένουν ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ποπ-ροκ ονόματα που έβγαλε η Ιρλανδία στον 21ο αιώνα. Με έντονο ραδιοφωνικό προφίλ, μεγάλες μπαλάντες και ευρύ κοινό, δείχνουν μια άλλη όψη της ιρλανδικής επιτυχίας: λιγότερο «τοπικά χρωματισμένη», περισσότερο διεθνή, αλλά πάντως ουσιαστική.
Άλλες κομβικές μορφές που συμπληρώνουν το ιρλανδικό παζλ
Ακόμη και μετά από όλα τα παραπάνω, η μουσική εικόνα της Ιρλανδίας θα έμενε λειψή αν δεν γινόταν έστω μια πιο καθαρή αναφορά σε ορισμένες μορφές που, η καθεμιά με τον τρόπο της, διεύρυναν το τι μπορεί να σημαίνει «ιρλανδικός ήχος». Tο άρθρο αυτό κοιτά ολόκληρο το νησί και όχι μόνο τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, έτσι οι Βορειοϊρλανδοί Van Morrison και Gary Moore δεν μπορούν να απουσιάζουν. Ο πρώτος, με ρίζες στο Belfast, έφερε στη μουσική του ένα μοναδικό κράμα soul, rhythm and blues, folk και ποιητικού στοχασμού, χτίζοντας μια από τις πιο ιδιοσυγκρασιακές διαδρομές στην ιστορία του νησιού. Ο δεύτερος, επίσης από το Belfast, έγινε μία από τις μεγάλες μορφές της κιθάρας στο blues rock και στο hard rock, δείχνοντας ότι η ιρλανδική μουσική παρουσία δεν εξαντλείται ούτε στην παράδοση ούτε στην ποπ.
Από μια διαφορετική γωνία, ο Rory Gallagher είναι από εκείνα τα ονόματα που λειτουργούν σχεδόν σαν ιερά τοτέμ για όποιον μιλά σοβαρά για την ιρλανδική μουσική. Ήταν ένας καθαρόαιμος ροκ μουσικός, από τις μεγάλες κιθαριστικές μορφές του ευρωπαϊκού blues rock, με ένταση, αμεσότητα και μια σκηνική αλήθεια που τον έκαναν σημείο αναφοράς πολύ πέρα από τα ιρλανδικά σύνορα. Ο ίδιος ανήκει σε εκείνη τη γραμμή καλλιτεχνών που απέδειξαν ότι η Ιρλανδία μπορούσε να παράγει όχι μόνο ερμηνευτές ή τραγουδοποιούς, αλλά και αυθεντικούς ροκάδες με σχεδόν μυθικό εκτόπισμα.
Στην πιο εσωστρεφή, τραγουδοποιητική πλευρά, ο Damien Rice και η Lisa Hannigan εκπροσωπούν μια Ιρλανδία πιο εύθραυστη, πιο λιτή, πιο συναισθηματικά γυμνή. Με διαφορετικό τρόπο ο καθένας, κράτησαν ζωντανή εκείνη την παράδοση της ιρλανδικής τραγουδοποιίας που δίνει τεράστια σημασία στη φωνή, στη λεπτομέρεια και στην ερμηνευτική ευαισθησία. Δεν βασίζονται στο ηχητικό μεγαλείο αλλά στη δύναμη του τραγουδιού ως εξομολόγησης.
Σε πιο καθαρά ποπ και λαϊκο-ποπ πεδίο, ο Ronan Keating και ο Chris de Burgh δείχνουν μια άλλη όψη της ιρλανδικής παρουσίας στον παγκόσμιο χάρτη: εκείνη που μπορεί να γίνει μαζικά αγαπητή, ραδιοφωνική και διεθνώς αναγνωρίσιμη χωρίς να κουβαλά πάντα εμφανή παραδοσιακά χαρακτηριστικά. Κι όμως, και αυτοί αποτελούν μέρος της ίδιας μεγάλης αφήγησης: μιας χώρας που κατάφερε να απλώσει τη μουσική της ταυτότητα σε πολλά διαφορετικά είδη και κοινά.
Η Ιρλανδία σήμερα: μια χώρα που δεν εγκλωβίστηκε στο στερεότυπό της
Το εντυπωσιακό με την Ιρλανδία είναι ότι, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος συχνά επιμένει να τη φαντάζεται μέσα από κέλτικα στερεότυπα, πράσινα τοπία και παμπ με βιολιά, η ίδια η χώρα έχει προχωρήσει πολύ πιο πέρα χωρίς να αρνηθεί τίποτα από αυτά. Η παράδοση παραμένει ζωντανή, αλλά δεν λειτουργεί ως φυλακή. Η γαελική κληρονομιά, τα τραύματα της ιστορίας, η εμπειρία της διασποράς, η σύγχρονη αστική πίεση και η νέα πολιτισμική πολυφωνία συνυπάρχουν μέσα σε μια μουσική σκηνή εντυπωσιακά ευέλικτη.
Από τον ψίθυρο του sean-nós μέχρι την έκρηξη του punk, από τις pub μπαλάντες μέχρι την αιθέρια pop και από τη folk μνήμη μέχρι το σημερινό alternative άγχος, η Ιρλανδία έχει βρει έναν τρόπο να μετατρέπει την ιστορία της σε ήχο. Κι αυτός ο ήχος, όσο κι αν αλλάζει μορφές, συνεχίζει να έχει κάτι άμεσα αναγνωρίσιμο: μια ένταση ανάμεσα στο παλιό και το νέο, στο τοπικό και το παγκόσμιο, στο τραύμα και στην ομορφιά…
—————————————
Το μουσικό ταξίδι συνεχίζεται την επόμενη Κυριακή, με μια νέα χώρα και τους δικούς της ήχους.
—————————————
👉 Δείτε όλα τα αφιερώματα της σειράς «Οι μουσικές του πλανήτη»
—————————————
Κάθε Κυριακή ταξιδεύουμε μουσικά σε μια διαφορετική χώρα και ανακαλύπτουμε την ιστορία και τους ήχους της. Αν θέλετε να μη χάνετε κανένα από αυτά τα μουσικά ταξίδια, γραφτείτε παρακάτω στη σελίδα, στο newsletter του MusicCorner για να λαμβάνετε πρώτοι τα νέα άρθρα…


























