Ο Juan Atkins, μία από τις θεμελιώδεις μορφές της ηλεκτρονικής μουσικής και βασικός αρχιτέκτονας του Detroit techno, πέθανε σε ηλικία 64 ετών. Την είδηση επιβεβαίωσε το γραφείο εκπροσώπησής του σήμερα Κυριακή 1 Νοεμβρίου.
Ο Αμερικανός DJ και παραγωγός βρέθηκε χωρίς τις αισθήσεις του στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του στην Πόλη του Μεξικού, όπου επρόκειτο να εμφανιστεί στο YuYu Cine Club. Μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Επίσημη αιτία θανάτου δεν έχει ανακοινωθεί.
Πριν η techno αποκτήσει όνομα
Ο Juan Atkins γεννήθηκε στο Ντιτρόιτ το 1962 και πέρασε μέρος των εφηβικών του χρόνων στο Belleville του Μίσιγκαν. Εκεί γνώρισε τον Derrick May και τον Kevin Saunderson, με τους οποίους θα σχημάτιζε αργότερα την άτυπη δημιουργική ομάδα που έμεινε γνωστή ως Belleville Three.
Οι τρεις φίλοι μεγάλωσαν ακούγοντας διαφορετικούς μουσικούς κόσμους να συνυπάρχουν: το funk των Parliament-Funkadelic, την ευρωπαϊκή ηλεκτρονική μουσική των Kraftwerk και τις εκλεκτικές ραδιοφωνικές εκπομπές του θρυλικού DJ του Ντιτρόιτ, The Electrifying Mojo.
Σε ηλικία περίπου 15 ετών, ο Atkins απέκτησε το πρώτο του synthesizer, ένα Korg MS-10, και άρχισε να δημιουργεί μόνος του ηλεκτρονικές συνθέσεις και ρυθμούς. Τα μηχανήματα δεν αποτελούσαν απλώς εργαλεία παραγωγής· ήταν το μέσο για να φανταστεί μια μουσική που δεν υπήρχε ακόμη.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 συνεργάστηκε με τον Richard «3070» Davis και δημιούργησαν τους Cybotron. Τραγούδια όπως τα «Alleys of Your Mind», «Cosmic Cars», «Clear» και «Techno City» συνέδεσαν την ηλεκτρονική ακρίβεια με το funk, την επιστημονική φαντασία και τη βιομηχανική πραγματικότητα του Ντιτρόιτ.
Το «Clear», που κυκλοφόρησε το 1983, εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες ηχογραφήσεις της πρώιμης αμερικανικής ηλεκτρονικής μουσικής. Περισσότερες από δύο δεκαετίες αργότερα, αποτέλεσε τη βάση για το «Lose Control» της Missy Elliott, δείχνοντας πόσο μακριά είχε φτάσει η επιρροή του.
Model 500, Metroplex και η γέννηση ενός νέου ήχου
Μετά το τέλος της συνεργασίας του με τον Davis, ο Atkins άρχισε να κυκλοφορεί μουσική ως Model 500. Το 1985 παρουσίασε το «No UFO’s», ένα κομμάτι που θεωρείται καθοριστικό για τη διαμόρφωση του Detroit techno, και ίδρυσε τη δισκογραφική εταιρεία Metroplex.
Η Metroplex δεν λειτούργησε μόνο ως όχημα για τις δικές του κυκλοφορίες. Έγινε ένας από τους βασικούς πυρήνες της νέας ηλεκτρονικής σκηνής του Ντιτρόιτ, σε μια εποχή κατά την οποία ο ήχος της πόλης είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ό,τι στην ίδια την αμερικανική μουσική βιομηχανία.
Ο Atkins χρησιμοποιούσε ήδη τη λέξη «techno» στις δημιουργίες του, έχοντας επηρεαστεί και από τα φουτουριστικά κείμενα του συγγραφέα Alvin Toffler. Το «Techno City» των Cybotron είχε κυκλοφορήσει το 1984, ενώ το «Techno Music» συμπεριλήφθηκε το 1988 στη βρετανική συλλογή «Techno! The New Dance Sound of Detroit».
Η συγκεκριμένη συλλογή βοήθησε να καθιερωθεί διεθνώς η λέξη «techno» ως ονομασία για τον νέο ηλεκτρονικό ήχο που αναπτυσσόταν στο Ντιτρόιτ. Έναν ήχο ψυχρό και μηχανικό στην επιφάνειά του, αλλά βαθιά συνδεδεμένο με το funk, τη μαύρη μουσική παράδοση και την κοινωνική πραγματικότητα μιας μεταβιομηχανικής πόλης.
Η μουσική πέρα από την πίστα
Για τον Juan Atkins, η ηλεκτρονική μουσική δεν είχε ως μοναδικό προορισμό τον χορό. Πίσω από τα φουτουριστικά τοπία και τους επαναλαμβανόμενους ρυθμούς υπήρχαν συχνά κοινωνικές παρατηρήσεις και προβληματισμοί γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία.
«Οι στίχοι μου πρέπει να σε κάνουν να σκεφτείς κάτι πέρα από τον χορό και τον έρωτα», είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στον Guardian.
Στις επόμενες δεκαετίες συνέχισε να ηχογραφεί και να εμφανίζεται ως Model 500 και Infiniti, ενώ συνεργάστηκε με τον Moritz von Oswald στο project Borderland. Το 2023 επανέφερε τους Cybotron, παρουσιάζοντας νέο υλικό και επιστρέφοντας στη σκηνή με το όνομα που είχε σημαδέψει τα πρώτα βήματα της πορείας του.
Ο Kevin Saunderson τον αποχαιρέτησε χαρακτηρίζοντάς τον «πρωτοπόρο της techno και πραγματικό οραματιστή», επισημαίνοντας ότι άνοιξε τον δρόμο για αμέτρητους δημιουργούς. Θυμήθηκε ακόμη πως ο Atkins τον είχε βοηθήσει να ολοκληρώσει την πρώτη του ηχογράφηση, το «Triangle of Love».
Ο Juan Atkins δεν παρακολούθησε απλώς τη γέννηση της techno. Βρισκόταν στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε: στα πρώτα synthesizers, στις κασέτες, στα αυτοσχέδια στούντιο του Belleville και στους δίσκους που ταξίδεψαν από το Ντιτρόιτ στην Ευρώπη, πριν επιστρέψουν ως η βάση μιας παγκόσμιας μουσικής κουλτούρας.



















