Γράφει ο Παύλος Ζέρβας

Το «Behind Blue Eyes» ξεκινά σχεδόν σαν εξομολόγηση. Μια ήρεμη κιθάρα, η φωνή του Roger Daltrey και ένας άνθρωπος που προσπαθεί να εξηγήσει κάτι που οι άλλοι δεν μπορούν να δουν.

«Κανείς δεν ξέρει πώς είναι να είσαι ο κακός άνθρωπος, ο θλιμμένος άνθρωπος…»

Για δεκαετίες, οι στίχοι ακούγονται σαν μια πολύ προσωπική περιγραφή μοναξιάς, θυμού και συναισθηματικής απομόνωσης. Και ως ένα σημείο είναι. Μόνο που ο Pete Townshend δεν έγραψε αρχικά το τραγούδι για να μιλήσει απλώς για τον εαυτό του.

Το έγραψε για τον «κακό» μιας ιστορίας που τελικά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ!

Το φιλόδοξο σχέδιο που διαλύθηκε στην πορεία

Μετά την τεράστια επιτυχία της ροκ όπερας «Tommy», ο Pete Townshend είχε στο μυαλό του κάτι ακόμη πιο φιλόδοξο. Το ονόμασε «Lifehouse» και ήθελε να συνδυάζει μουσική, κινηματογράφο, θέατρο και ζωντανή συναυλία σε ένα ενιαίο έργο.

Η ιστορία τοποθετούνταν σε ένα δυστοπικό μέλλον. Ο κόσμος είχε υποστεί μεγάλη οικολογική καταστροφή, οι πόλεις ήταν μολυσμένες και πολλοί άνθρωποι ζούσαν απομονωμένοι φορώντας ειδικές στολές για να προστατεύονται από το περιβάλλον.

Η καθημερινότητά τους ελεγχόταν μέσα από ένα τεράστιο δίκτυο που συνέδεε τα σπίτια τους και τους παρείχε τροφή, φάρμακα και ψυχαγωγία. Ήταν μια ιδέα που ο Townshend συνέλαβε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, αλλά σήμερα μοιάζει παράξενα οικεία: άνθρωποι απομονωμένοι, συνδεδεμένοι συνεχώς σε ένα δίκτυο που τους παρέχει σχεδόν τα πάντα και ταυτόχρονα παρακολουθεί και ελέγχει τη ζωή τους.

Επικεφαλής αυτού του συστήματος ήταν ένας ισχυρός άντρας που λεγόταν Jumbo.

Ο Jumbo ήταν ο «κακός» της ιστορίας. Διηύθυνε τον οργανισμό που έλεγχε το δίκτυο και είχε αποκτήσει μεγαλύτερη δύναμη ακόμη και από την ίδια την κυβέρνηση.

Μόνο που ο Townshend δεν ήθελε έναν μονοδιάστατο κακό. Ήθελε να δείξει τι συνέβαινε πίσω από το πρόσωπο που όλοι θεωρούσαν απειλή.

Η στιγμή που ο «κακός» κοιτάζει τον εαυτό του

Στην ιστορία του «Lifehouse», ο Jumbo φτάνει κάποια στιγμή σε κρίση. Αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι όσα κάνει δεν είναι σωστά και αναγκάζεται να κοιτάξει τον ίδιο του τον εαυτό.

Εκεί ακριβώς προοριζόταν να ακουστεί το «Behind Blue Eyes».

Ο Townshend το εξήγησε χρόνια αργότερα πολύ καθαρά: ο Jumbo ένιωθε ότι οι περιστάσεις τον είχαν αναγκάσει να πάρει τη θέση του κακού, ενώ ο ίδιος πίστευε πως, κατά βάθος, ήταν καλός άνθρωπος.

Ξαφνικά ο πρώτος στίχος αποκτά εντελώς διαφορετική σημασία. Ο άνθρωπος που λέει ότι κανείς δεν ξέρει πώς είναι «να είσαι ο κακός» δεν ζητά απλώς συμπόνια. Προσπαθεί να εξηγήσει ότι η εικόνα που έχουν όλοι γι’ αυτόν δεν είναι ολόκληρη η αλήθεια.

Κανείς δεν βλέπει τον φόβο του. Κανείς δεν γνωρίζει τη μοναξιά του. Κανείς δεν ξέρει τι βρίσκεται πίσω από τα μάτια του.

Το τραγούδι ήταν ουσιαστικά η στιγμή που ο Townshend έδινε φωνή στον αντίπαλο της ιστορίας του. Και, αντί να τον δικαιολογήσει, προσπαθούσε να τον καταλάβει…

Όταν ο Jumbo άρχισε να μοιάζει με τον ίδιο τον Townshend!

Το ενδιαφέρον είναι ότι το «Behind Blue Eyes» δεν έμεινε μόνο στον φανταστικό κόσμο του «Lifehouse». Μέσα στους στίχους είχε μπει και ο ίδιος ο Pete Townshend!

Στις 9 Ιουνίου 1970 οι Who έδωσαν συναυλία στο Denver των ΗΠΑ. Μετά το τέλος της εμφάνισης, ο Townshend βρέθηκε μπροστά σε μια έντονη ερωτική πρόκληση από μια θαυμάστρια. Ήταν παντρεμένος και, παρότι για λίγο σκέφτηκε να ενδώσει, τελικά επέστρεψε μόνος στο δωμάτιό του.

Εκείνη την περίοδο ήταν βαθιά επηρεασμένος από τον Ινδό πνευματικό δάσκαλο Meher Baba, του οποίου οι ιδέες γύρω από την αυτοπειθαρχία και την πνευματική ζωή είχαν επηρεάσει έντονα τον τρόπο σκέψης του.

Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ο Townshend άρχισε να γράφει κάτι που έμοιαζε περισσότερο με προσωπική προσευχή παρά με στίχους τραγουδιού. Ανάμεσα στις φράσεις που έγραψε ήταν η παράκληση, όταν σφίγγει η γροθιά του, κάποιος να την ανοίξει. Η εικόνα αυτή πέρασε αργότερα στο «Behind Blue Eyes», στο σημείο όπου το ήρεμο τραγούδι ξαφνικά εκρήγνυται. Και εκεί αρχίζουν να ενώνονται δύο διαφορετικοί άνθρωποι: ο φανταστικός Jumbo και ο πραγματικός Pete Townshend.

Και οι δύο παλεύουν με τον θυμό τους. Και οι δύο φοβούνται τι μπορούν να κάνουν όταν χάσουν τον έλεγχο. Και οι δύο προσπαθούν να συγκρατήσουν μια πλευρά του εαυτού τους που δεν θέλουν να κυριαρχήσει…

Δύο τραγούδια μέσα σε ένα

Αυτή η σύγκρουση υπάρχει και στη μουσική.

Το πρώτο μέρος του «Behind Blue Eyes» είναι γυμνό και ευάλωτο. Η φωνή του Roger Daltrey μοιάζει σχεδόν εξομολογητική. Δεν υπάρχει επιθετικότητα, υπάρχει ένας άνθρωπος που ζητά να ακουστεί.

Στη συνέχεια όμως όλα αλλάζουν.

Οι κιθάρες δυναμώνουν, τα τύμπανα εισβάλλουν και η φωνή γίνεται πολύ πιο έντονη. Ο θυμός που ο αφηγητής προσπαθούσε να κρατήσει κρυμμένο βγαίνει στην επιφάνεια.

Δεν πρόκειται απλώς για μια μουσική αλλαγή. Είναι σχεδόν η ίδια η ψυχολογία του χαρακτήρα σε ήχο.

Από τη μια υπάρχει ο άνθρωπος που λέει «κανείς δεν ξέρει πώς αισθάνομαι». Από την άλλη υπάρχει εκείνος που φοβάται τον θυμό του και ζητά από κάποιον να τον σταματήσει όταν χάνει τον έλεγχο.

Γι’ αυτό και το «Behind Blue Eyes» ακούγεται σαν να αποτελείται από δύο διαφορετικά τραγούδια. Η ηρεμία και η έκρηξη δεν είναι τυχαίες. Είναι οι δύο πλευρές του ίδιου ανθρώπου.

Το «Lifehouse» δεν έγινε ποτέ όπως το ονειρεύτηκε

Το σχέδιο του Townshend αποδείχθηκε υπερβολικά περίπλοκο για να υλοποιηθεί όπως το είχε φανταστεί. Ακόμη και οι άνθρωποι γύρω του δυσκολεύονταν να καταλάβουν πλήρως την ιστορία και το πώς θα μπορούσε να συνδυαστεί με τις συναυλίες, τον κινηματογράφο και τα τεχνολογικά πειράματα που είχε στο μυαλό του.

Το «Lifehouse» τελικά εγκαταλείφθηκε. Τα τραγούδια του όμως δεν χάθηκαν…

Πολλά από αυτά αποτέλεσαν τη βάση του «Who’s Next», του άλμπουμ που κυκλοφόρησε το 1971 και εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα έργα των Who. Ανάμεσά τους βρίσκονταν τα «Baba O’Riley», «Won’t Get Fooled Again», «Going Mobile» και φυσικά το «Behind Blue Eyes».

Χωρίς την υπόλοιπη ιστορία του «Lifehouse», όμως, ο Jumbo εξαφανίστηκε. Το τραγούδι έμεινε μόνο του. Και ίσως αυτό τελικά το έκανε ακόμη πιο δυνατό…

Όταν η ιστορία χάνεται και μένει το συναίσθημα

Ο ακροατής δεν χρειάζεται να γνωρίζει τίποτα για τον Jumbo ή το «Lifehouse» για να νιώσει το τραγούδι. Ο «κακός» της φανταστικής ιστορίας μετατράπηκε σε οποιονδήποτε άνθρωπο αισθάνεται ότι οι άλλοι τον έχουν κρίνει χωρίς να ξέρουν τι συμβαίνει μέσα του.

Σε κάποιον που θυμώνει και μετά φοβάται τον ίδιο του τον θυμό.

Σε κάποιον που δείχνει σκληρός επειδή δεν ξέρει πώς να δείξει ότι πονά.

Σε κάποιον που θέλει να πει ότι πίσω από αυτό που βλέπουν οι άλλοι υπάρχει κάτι διαφορετικό.

Ο ίδιος ο Townshend παραδέχθηκε αργότερα ότι το τραγούδι απέκτησε με τα χρόνια περισσότερες σημασίες. Εκεί που αρχικά έγραφε για έναν φανταστικό χαρακτήρα, είχε τελικά βάλει μέσα του πολύ περισσότερα προσωπικά στοιχεία απ’ όσα ίσως αντιλαμβανόταν εκείνη τη στιγμή.

Το «Behind Blue Eyes» ξεκίνησε λοιπόν ως η εξομολόγηση του «κακού» μιας ροκ όπερας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Αλλά ο Jumbo χάθηκε μαζί με το «Lifehouse».

Αυτό που έμεινε ήταν κάτι πολύ πιο καθολικό: η ανάγκη ενός ανθρώπου να πει στους άλλους ότι δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουν. Και ίσως γι’ αυτό ο πρώτος στίχος εξακολουθεί να κουβαλά τόση δύναμη περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα. Κανείς δεν ξέρει πραγματικά πώς είναι να βρίσκεται πίσω από τα μάτια κάποιου άλλου…

Οι στίχοι

No one knows what it’s like
To be the bad man
To be the sad man
Behind blue eyes
Κανείς δεν ξέρει πώς είναι
να είσαι ο κακός,
να είσαι ο θλιμμένος,
πίσω από γαλανά μάτια.
No one knows what it’s like
To be hated
To be fated
To telling only lies
Κανείς δεν ξέρει πώς είναι
να σε μισούν,
να είσαι καταδικασμένος
να λες μονάχα ψέματα.
But my dreams
They aren’t as empty
As my conscience seems to be
Όμως τα όνειρά μου
δεν είναι τόσο άδεια
όσο μοιάζει να είναι η συνείδησή μου.
I have hours, only lonely
My love is vengeance
That’s never free
Έχω ώρες, μόνο μοναχικές ώρες.
Η αγάπη μου είναι εκδίκηση
που ποτέ δεν δίνεται χωρίς τίμημα.
No one knows what it’s like
To feel these feelings
Like I do
And I blame you
Κανείς δεν ξέρει πώς είναι
να νιώθεις αυτά τα συναισθήματα
όπως τα νιώθω εγώ.
Και κατηγορώ εσένα.
No one bites back as hard
On their anger
None of my pain and woe
Can show through
Κανείς δεν συγκρατεί τόσο έντονα
τον θυμό του.
Κανείς δεν αφήνει τον πόνο και τη δυστυχία του
να φανούν προς τα έξω.
But my dreams
They aren’t as empty
As my conscience seems to be
Όμως τα όνειρά μου
δεν είναι τόσο άδεια
όσο μοιάζει να είναι η συνείδησή μου.
I have hours, only lonely
My love is vengeance
That’s never free
Έχω ώρες, μόνο μοναχικές ώρες.
Η αγάπη μου είναι εκδίκηση
που ποτέ δεν δίνεται χωρίς τίμημα.
When my fist clenches, crack it open
Before I use it and lose my cool
When I smile, tell me some bad news
Before I laugh and act like a fool
Όταν σφίγγω τη γροθιά μου, άνοιξέ την
πριν τη χρησιμοποιήσω και χάσω την ψυχραιμία μου.
Όταν χαμογελώ, πες μου κάποιο κακό νέο
πριν γελάσω και φερθώ σαν ανόητος.
And if I swallow anything evil
Put your finger down my throat
And if I shiver, please give me a blanket
Keep me warm, let me wear your coat
Κι αν καταπιώ κάτι κακό,
βάλε το δάχτυλό σου στον λαιμό μου.
Κι αν τρέμω, σε παρακαλώ, δώσε μου μια κουβέρτα.
Κράτησέ με ζεστό, άφησέ με να φορέσω το παλτό σου.
No one knows what it’s like
To be the bad man
To be the sad man
Behind blue eyes
Κανείς δεν ξέρει πώς είναι
να είσαι ο κακός,
να είσαι ο θλιμμένος,
πίσω από γαλανά μάτια.

 

—————————————–

Κάθε Τετάρτη στο MusicCorner.gr και μια νέα ιστορία πίσω από ένα φημισμένο τραγούδι… Stay tuned…

Θέλεις να μαθαίνεις για περισσότερες ιστορίες πίσω από γνωστά τραγούδια? Γράψου στο Newsletter παρακάτω για να σε ενημερώνουμε άμεσα και μπες στη στήλη με τα “Αφιερώματα” μας…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ