Γράφει ο Παύλος Ζέρβας
Φθινόπωρο 1940 στην Ελλάδα…
Οι άνδρες επιστρατεύονταν, οι οικογένειες αποχαιρετούσαν τους δικούς τους και η καθημερινότητα άλλαζε απότομα. Στην Αθήνα, τα θέατρα και οι κινηματογράφοι συνέχιζαν να λειτουργούν, όμως τη νύχτα η πόλη έπρεπε να βυθίζεται στο σκοτάδι για την προστασία από τις αεροπορικές επιδρομές. Οι ειδήσεις του μετώπου αποκτούσαν επείγουσα σημασία για κάθε σπίτι που είχε στείλει έναν άνθρωπο στον πόλεμο.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα ακούστηκαν τα τραγούδια που συνδέουμε σήμερα με την 28η Οκτωβρίου 1940. Πριν περάσουν στις σχολικές γιορτές και στα επετειακά αφιερώματα, απευθύνονταν σε ανθρώπους που ζούσαν τα γεγονότα χωρίς να γνωρίζουν την έκβασή τους. Έδιναν λόγια στον ενθουσιασμό, στην οργή για την εισβολή, στον φόβο του αποχωρισμού και στην ανάγκη να πιστέψει κανείς ότι η επιστροφή ήταν δυνατή.
Η Σοφία Βέμπο, ο Νίκος Γούναρης, οι δημιουργοί της επιθεώρησης και οι ρεμπέτες συμμετείχαν σε αυτή την προσπάθεια με τον δικό τους τρόπο. Έγραφαν και τραγουδούσαν ενώ ο πόλεμος εξελισσόταν.
Το ξημέρωμα που έγινε εθνική επέτειος
Λίγες ώρες πριν χαράξει η 28η Οκτωβρίου, ο Ιταλός πρεσβευτής Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το τελεσίγραφο της κυβέρνησης Μουσολίνι. Η φασιστική Ιταλία απαιτούσε να επιτραπεί στα στρατεύματά της η κατάληψη στρατηγικών σημείων της ελληνικής επικράτειας. Η αποδοχή θα σήμαινε ουσιαστικά την παράδοση της κυριαρχίας της χώρας.
Ο Μεταξάς απέρριψε τις απαιτήσεις. Στις 5.30 το πρωί, πριν ακόμη εκπνεύσει η προθεσμία του τελεσιγράφου, οι ιταλικές δυνάμεις επιτέθηκαν από την Αλβανία. Ακολούθησε γενική επιστράτευση και η Ελλάδα μπήκε στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η σύγκρουση είχε προαναγγελθεί με τις συνεχείς ιταλικές προκλήσεις. Ο τορπιλισμός του καταδρομικού «Έλλη» στην Τήνο, τον Δεκαπενταύγουστο του 1940, είχε ήδη δείξει πόσο επισφαλής ήταν η ελληνική ουδετερότητα.
Αυτό τιμά η εθνική επέτειος: την απόρριψη του τελεσιγράφου και την αντίσταση στην εισβολή. Η ημερομηνία σηματοδοτεί την αρχή ενός αγώνα του οποίου το κόστος θα γινόταν αισθητό στο μέτωπο και στα μετόπισθεν.
Από την επιστράτευση στις πρώτες νίκες
Οι μαρτυρίες της εποχής καταγράφουν τον ενθουσιασμό με τον οποίο ο κόσμος ανταποκρίθηκε στην επιστράτευση. Οι Έλληνες έφταναν στο αλβανικλο μέτωπο για να πολεμήσουν με αποφασιστικότητα και σθένος.
Τις επόμενες εβδομάδες, οι στρατιωτικές εξελίξεις ενίσχυσαν την αυτοπεποίθηση του Ελληνικού στρατού. Η ιταλική επίθεση αναχαιτίστηκε στην Ήπειρο και στην Πίνδο και στις 14 Νοεμβρίου άρχισε η ελληνική γενική αντεπίθεση. Στις 22 Νοεμβρίου, ο ελληνικός στρατός μπήκε στην Κορυτσά.
Η είδηση μιας επιτυχίας μπορούσε να φτάσει μέχρι τη θεατρική σκηνή. Στο «Μοντιάλ», ο Μίμης Τραϊφόρος ανήγγελλε τις προελάσεις στο κοινό, με την ορχήστρα να παίζει τον Εθνικό Ύμνο. Το θέατρο συμμετείχε άμεσα στον παλμό των γεγονότων.
Όμως η εικόνα των πανηγυρισμών χρειάζεται να συνυπάρχει με εκείνη του χειμώνα. Στα βουνά, οι στρατιώτες αντιμετώπιζαν το χιόνι, τις χαμηλές θερμοκρασίες και τα κρυοπαγήματα. Οι καιρικές συνθήκες επιβάρυναν τις μετακινήσεις, τον ανεφοδιασμό και τη διακομιδή των τραυματιών.
Το ηθικό δοκιμαζόταν καθημερινά. Οι νίκες έδιναν κουράγιο, αλλά η αντοχή χρειαζόταν διαρκή στήριξη. Εκεί αποκτά το πραγματικό του μέγεθος και το τραγούδι.
Τα θέατρα ακολουθούσαν τις ειδήσεις του μετώπου
Η επιθεώρηση μπορούσε να ανταποκριθεί γρήγορα στην επικαιρότητα. Οι συγγραφείς άλλαζαν τα νούμερα, οι θίασοι προσαρμόζονταν και οι γνωστές μελωδίες αποκτούσαν νέους στίχους. Στο επίκεντρο βρέθηκαν ο Μουσολίνι, οι φιλοδοξίες του και οι αποτυχίες του στρατού του.
Η Άννα Καλουτά ανέλαβε ενημερωτικό και εμψυχωτικό ρόλο μέσω πολεμικών θεατρικών επιθεωρήσεων, καθώς και ψυχαγωγία που πρόσφερε στους φαντάρους και στους τραυματίες. Το γέλιο είχε συγκεκριμένο στόχο. Ο απειλητικός εισβολέας γινόταν πρόσωπο γελοίο, εκτεθειμένο στη σάτιρα. Παράλληλα, τα πιο συναισθηματικά τραγούδια έδιναν χώρο στην αγωνία που δεν μπορούσε να εκφραστεί μέσα από ένα αστείο.
Αυτό το ρεπερτόριο διαμορφώθηκε κατά τη διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου, από το φθινόπωρο του 1940 έως την άνοιξη του 1941. Ορισμένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια του βασίστηκαν σε μουσικές που το κοινό γνώριζε ήδη.
Οι φωνές του αποχωρισμού και της προσμονής
Το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» γεννήθηκε πάνω στη «Ζεχρά» του Μιχάλη Σουγιούλ, με αρχικούς στίχους του Αιμίλιου Σαββίδη. Η Σοφία Βέμπο ζήτησε από τον Μίμη Τραϊφόρο ένα πολεμικό τραγούδι πάνω σε εκείνη τη μελωδία και ο νέος στίχος άλλαξε ολόκληρο τον προσανατολισμό της.
Το τραγούδι απευθυνόταν στους στρατιώτες μέσα από τη φωνή των γυναικών που τους περίμεναν. Χωρούσε την περηφάνια για τον αγώνα τους, αλλά και την προσευχή να επιστρέψουν. Η ηχογράφησή του το 1940 διασώζει αυτή τη συνύπαρξη της εμψύχωσης με την προσωπική αγωνία.
Η άλλη πλευρά του ίδιου κόσμου ακούγεται στο «Μας χωρίζει ο πόλεμος», των Σουγιούλ και Κώστα Κοφινιώτη. Το τραγούδι γράφτηκε εξαρχής στη διάρκεια του πολέμου για τη Βέμπο. Στο επίκεντρό του βρίσκεται ο αποχωρισμός των αγαπημένων.
Δίπλα στη δημόσια εικόνα της αποφασιστικότητας υπήρχε και αυτή η πιο προσωπική εμπειρία: μια σχέση που διακοπτόταν από την αναχώρηση για το μέτωπο. Το τραγούδι της έδινε χώρο και φωνή.
Τον αποχωρισμό από τη γυναικεία πλευρά εκφράζει και η Δανάη Στρατηγοπούλου στο «Άντε στο καλό», σε μουσική Ιωσήφ Ριτσιάρδη και στίχους Βασίλη Σπυρόπουλου και Παναγιώτη Παπαδούκα. Το ταγκό, που συνδέεται με την πολεμική επιθεώρηση «Το τσαρούχι» στο Αλάμπρα, δίνει φωνή στη γυναίκα που αποχαιρετά τον αγαπημένο της καθώς εκείνος φεύγει για το μέτωπο. Προσπαθεί να τον στηρίξει με χαμόγελο, του εύχεται την προστασία της Παναγίας και υπόσχεται να τον περιμένει. Η προσμονή αποκτά συγκεκριμένη εικόνα μέσα από τα γράμματά του, που θα διαβάζει ξανά και ξανά μέχρι την επιστροφή. Στην ερμηνεία της Δανάης, ο πατριωτικός ενθουσιασμός συναντά την τρυφερότητα ενός προσωπικού αποχαιρετισμού.
Ο Μουσολίνι έγινε στόχος μέσα από μια ιταλική μελωδία
Στο «Κορόιδο Μουσολίνι», η ειρωνεία αρχίζει από την ίδια τη μουσική. Η foxtrot μελωδία προέρχεται από το ιταλικό «Reginella Campagnola» του Eldo Di Lazzaro, που είχε περάσει στην ελληνική δισκογραφία και ως «Μικρή χωριατοπούλα».
Ο Γιώργος Οικονομίδης έγραψε τους πολεμικούς στίχους και ο Νίκος Γούναρης το ηχογράφησε στην Αθήνα τον Δεκέμβριο του 1940 με τίτλο «Στη Ρώμη». Η ονομασία «Κορόιδο Μουσολίνι» ήταν εκείνη που επικράτησε στη συλλογική μνήμη.
Η χαρούμενη μελωδία απέκτησε σκωπτικό περιεχόμενο: οι φιλοδοξίες του δικτάτορα και η εικόνα του στρατού του γίνονταν αντικείμενο περιπαικτικού τραγουδιού.
Ανάλογη μεταμόρφωση γνώρισε το «Πλέκει η Βάσω το προικιό της» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη. Με τους νέους στίχους του Γιώργου Θίσβιου, έγινε το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», που συνδέθηκε με τη Βέμπο.
Ο Ντούτσε παρουσιαζόταν ως κωμικός πρωταγωνιστής μιας αποτυχημένης εκστρατείας. Η σάτιρα αξιοποιούσε τον οικείο σκοπό για να κάνει την ανατροπή ακόμη πιο άμεση στο ακροατήριο.
Στο ίδιο σατιρικό κλίμα ανήκει το «Πω πω τι έπαθε ο Μουσολίνι», που η Βέμπο ηχογράφησε το 1941, με ελληνικούς στίχους του Πωλ Μενεστρέλ. Και εδώ η μουσική είχε ιταλική προέλευση: ήταν η μελωδία του «Evviva la torre di Pisa», συνδεδεμένη με τον συνθέτη Nino Casiroli. Οι καινούργιοι στίχοι χλεύαζαν τις επεκτατικές φιλοδοξίες του Μουσολίνι και τον παρουσίαζαν τρομαγμένο μπροστά στον Έλληνα φαντάρο. Η ίδια μελωδία είχε αποκτήσει και αγγλική αντιμουσολινική εκδοχή, το «Oh! What a Surprise for the Duce», συνδέοντας τη σάτιρα της Βέμπο με ένα αντίστοιχο βρετανικό τραγούδι για την ελληνική αντίσταση στην ιταλική εισβολή.
Οι ρεμπέτες στη δική τους πολεμική επικαιρότητα
Στην ίδια προσπάθεια συμμετείχαν και οι δημιουργοί του ρεμπέτικου. Ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Απόστολος Χατζηχρήστος, ο Σπύρος Περιστέρης και ο Παναγιώτης Τούντας έδωσαν τη δική τους μουσική απάντηση στα γεγονότα.
Στο «Μπενίτο μου», γνωστό και ως «Το όνειρο του Μπενίτο», ο Περιστέρης και ο Μίνως Μάτσας χρησιμοποίησαν τη μελωδία του «Αντώνη του βαρκάρη». Ο Βαμβακάρης και ο Χατζηχρήστος τραγουδούν τον Μουσολίνι να ονειρεύεται ότι βρίσκεται θριαμβευτής στην Αθήνα, πριν οι εξελίξεις ανατρέψουν τις προσδοκίες του.
Το «Άκου Ντούτσε μου τα νέα», πάλι, αξιοποίησε τη μουσική της «Βαρβάρας» του Τούντα. Με πολεμικούς στίχους του Χαράλαμπου Βασιλειάδη, του γνωστού Τσάντα, και ερμηνεία του Στελλάκη Περπινιάδη, μετέφερε σατιρικά στον Ντούτσε τα δυσάρεστα νέα από το μέτωπο.
Μια διαφορετική πλευρά του πολέμου φωτίζει το «Ψηλά στης Πίνδου τα βουνά», σε μουσική, στίχους και ερμηνεία του Δημήτρη Γκόγκου, κατά κόσμον Μπαγιαντέρα, που ηχογραφήθηκε τον Φεβρουάριο του 1941. Εδώ ο στρατιώτης απευθύνεται στη μητέρα του, περιγράφοντας την πορεία μέσα στα απάτητα βουνά και προσπαθώντας να την καθησυχάσει ότι σύντομα θα επιστρέψει νικητής. Στην τελευταία στροφή, όμως, η προσδοκία της επιστροφής συναντά το ενδεχόμενο του θανάτου: ο γιος ζητά από τη μάνα του να βρει παρηγοριά στη νίκη, ακόμη κι αν εκείνος δεν γυρίσει. Με λιτά λόγια, το τραγούδι φέρνει δίπλα στην αποφασιστικότητα του πολεμιστή τον δεσμό με το σπίτι του και το προσωπικό κόστος του αγώνα.
Στο «Στης Αλβανίας τα βουνά», ηχογραφημένο το 1940 με τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Γιάννη Σταμούλη, ο πολεμιστής απευθύνεται στη μητέρα του. Η μουσική του Χατζηχρήστου και οι στίχοι του Γιώργου Φωτίδα δίνουν στον αγώνα την προσωπική φωνή ενός γιου που προσπαθεί να καθησυχάσει τη μάνα του. Η πίστη στον Θεό και η βεβαιότητα της νικηφόρας επιστροφής στηρίζουν ολόκληρη την αφήγηση. Δίπλα στη σατιρική διάθεση άλλων πολεμικών ρεμπέτικων, εδώ προβάλλει η ανάγκη να φτάσει στο σπίτι ένα μήνυμα κουράγιου: ο άνθρωπος που λείπει εξακολουθεί να σκέφτεται εκείνους που τον περιμένουν.
Το ελαφρό τραγούδι, η επιθεώρηση και το ρεμπέτικο διατηρούσαν τη δική τους φυσιογνωμία, ενώ στρέφονταν στην ίδια επείγουσα πραγματικότητα. Οι δημιουργοί έβρισκαν μέσα στη μουσική που γνώριζαν τρόπο να σχολιάσουν τον πόλεμο και να στηρίξουν τους ανθρώπους του.
Τα εμβατήρια που ακούγονταν ήδη πριν από τον πόλεμο
Στο μουσικό περιβάλλον του 1940 υπήρχαν και στρατιωτικά εμβατήρια που είχαν καθιερωθεί τα προηγούμενα χρόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το «Περνάει ο στρατός», σε μουσική Διονυσίου Βισβάρδη και στίχους Κωνσταντίνου Γκικόπουλου. Δημιουργημένο το 1935 και εγκεκριμένο από το Γ’ Σώμα Στρατού για τις παρελάσεις, μεταδιδόταν από το κρατικό ραδιόφωνο κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο.
Παλαιότερο ακόμη ήταν το «Ευζωνάκι», που τραγουδιόταν ήδη στη Μικρασιατική Εκστρατεία.
Από τα τραγούδια της εμψύχωσης στα απαγορευμένα ακούσματα
Η γερμανική εισβολή την άνοιξη του 1941 και η Κατοχή άλλαξαν βίαια τις συνθήκες μέσα στις οποίες είχε ακουστεί αυτό το ρεπερτόριο. Στις 2 Ιουνίου 1941, αστυνομική ανακοίνωση απαγόρευε την αναπαραγωγή δίσκων με σατιρικό ή προσβλητικό περιεχόμενο για τους ηγέτες και τα στρατεύματα του Άξονα. Η απαγόρευση αφορούσε σπίτια, καταστήματα και δημόσια κέντρα.
Η απαγόρευση, ωστόσο, δεν εξαφάνισε τα τραγούδια. Ο κατοχικός Τύπος κατέγραψε την τιμωρία ακροατή για σατιρικό δίσκο γραμμοφώνου, ενώ στη βιογραφική αφήγηση της Βέμπο διασώζεται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό: στο «Αθήναιον», μετά την απαγόρευση των εμφανίσεών της, το κοινό την απαίτησε στη σκηνή και εκείνη τραγούδησε το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά».
Μέσα σε λίγους μήνες, η ίδια μουσική είχε αποκτήσει διαφορετικό βάρος. Η ακρόαση ενός δίσκου ή η δημόσια ερμηνεία μπορούσαν πλέον να αποτελέσουν πράξεις ανυπακοής. Έξω από την κατεχόμενη χώρα, η φωνή της Βέμπο συνέχισε να συνοδεύει τον αγώνα: μετά τη διαφυγή της στην Αίγυπτο το 1942, τραγουδούσε για τα ελληνικά και συμμαχικά στρατεύματα στη Μέση Ανατολή.
Τα τραγούδια που είχαν συνοδεύσει την ελληνική αντίσταση στην εισβολή αποτελούσαν πλέον απαγορευμένα ακούσματα.
Σήμερα, η επανάληψή τους στις επετείους μπορεί εύκολα να καλύψει τις διαφορετικές φωνές που περιέχουν: τη γυναίκα που περιμένει, τον στρατιώτη που χρειάζεται κουράγιο, τον σατιρικό δημιουργό που γελοιοποιεί τον εισβολέα. Αν τα ακούσουμε μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο, αυτές οι φωνές ξαναγίνονται διακριτές.
Πίσω από το «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά» βρίσκονται άνθρωποι που περίμεναν να ξαναδούν τους δικούς τους. Πίσω από το «Κορόιδο Μουσολίνι» βρίσκεται η ανάγκη να αντιμετωπιστεί η απειλή και με το γέλιο. Και πίσω από όλα μαζί, η καθημερινή προσπάθεια μιας κοινωνίας να διατηρήσει το κουράγιο της όσο ο πόλεμος συνεχιζόταν…





















