Γράφει η Παρασκευή Παπαγιάννη
Φωτογραφίες: Στάθης Κατάρας

Ως παιδί της Μιλενικής περιόδου θέλω να κάνω μια δήλωση. Το παρόν είναι χάλια. Είναι χάλια ρε. Νιώθω σαν το Φρόντο όταν λέει στον Γκάνταλφ ότι ποτέ δεν ήθελε να του τύχει αυτό το δαχτυλίδι. Μαύρα τα μαντάτα για τη Σερενάτα κάθε μέρα όλη μέρα. Πως θα βγει αυτό; Πως ξορκίζεις το κακό; Όχι πάντως με το να ζορίζεσαι.

Άλλη είναι η προσέγγιση. Και νομίζω ότι οι Σκιαδαρέσες την έχουν βρει, ξέρουν πως να βγάζουν γλώσσα στους κακούς καιρούς. Το να τις πω βέβαια ‘απλές’ κι ‘ακομπλεξάριστες’ φοβάμαι ότι είναι μια στερεοτυπία που δεν είναι αθώα. Σαν να υπονοεί ότι αυτή η ποιότητα είναι κάτι που δεν αφορά τον ‘πρόπερλυ ενήλικο άνθρωπο’. Μια αμήχανη συγκατάβαση προς τη ‘νεότητα’ και μια μετάθεση της δικής μας ευθύνης για χαρά.

Η Όλγα και η Νίκη ή Νίκη και η Όλγα δείχνουν να παίρνουν μαζί τους τη χαρά σε όλο αυτό που κάνουν. Ξεκίνησαν εξάλλου να παίζουν πρώτη φορά κιθάρα σε μία συγκυρία στην οποία η νοερή εκδρομή ήταν για τους πιο πολλούς από εμάς το μόνο μέσο διαφυγής. Ξεκίνησαν μέσα στην καραντίνα λοιπόν να σκαρώνουν αποδράσεις. Δε θέλω να σποϊλάρω, αλλά φλας φόργουαρντ μερικά χρόνια, μετά το Ναύπλιο έχουν βγάλει πολύ πιο φιλόδοξα και παράδοξα ταξιδιωτικά πλάνα.

Περισσότερο δίδυμο παρά συγκρότημα όπως δηλώνουν, η μουσική συνάντηση μαζί τους δεν είναι ποτέ ένα ‘σκέτο λάιβ’, είναι το μαξιμαλιστικό αυτοσχέδιο σκετσάκι που έστηνες παιδί, που έχει μέσα και Lion King και Beatles, και Queen, και Stromae, και Regina Spector. Α! Μήπως εδώ να βάλουμε κι ένα Tardis; Γιατί τότε που θα μιλήσουμε για τη διαστολή του χρόνου… Ά, κάτσε, αυτό είναι μετά. Σπάσιμο ‘τοίχων’ και κροκς με τακούνι. Μήπως θα έχει και κάτι από Phoebe Waller Bridge; Μπορεί! Πάντως θα είναι ένα εξωπιθανολογικά ξεκαρδισμένο όνειρο και θα μετατρέψει την ταλαιπωρία (τη μοναξιά, τη ματαιότητα, τον εγωισμό, τις τάσεις φυγής) σε τραγούδι.

Κάποιος πιο αυστηρός από μένα θα το έλεγε αχταρμά. (Παραδεχτείτε το, ίσως έχετε καταπιεί κι εσείς μια αποφράδα μέρα έναν τέτοιο φαντασμένο κύριο Μπουρίνια θεματοφύλακα της τέχνης και ακόμη σας μπιπ τη ζωούλα).

Ως παιδί της Μιλενικής περιόδου λοιπόν, βλέπω και κάτι άλλο. Κάτι που ανοίγει δειλά το χώρο για πράγματα που κάποτε ήταν ανήκουστα ή έστω τρίτου βαθμού αντικούλ. “Στη δική μου εποχή” το κουλ σήμαινε κάτι το άπιαστο, μάλλον επίπονο. Κάτι που τελικά ήταν πολύ συμμορφωτικό και βασιζόταν στον αποκλεισμό. Κάτι που τελικά τους περισσότερους με ένα ή άλλο τρόπο μας πετούσε απ’ έξω. Κάποιες φορές και πολύ βίαια.

Οι Σκιαδαρέσες δεν είναι ‘καλές μαθήτριες’. Κάνουν τα δικά τους. Βρίζουν και μιλάνε για σεξ όχι όμως από μαγκιά, αλλά για να το απενοχοποιήσουν να ξορκίσουν την εμπορευματοποιημένη, αισθητικοποιημένη και την κακοποιητική ματιά. Γιατί το συναίσθημα είναι κοινωνικοπολιτικό. Κι αυτό δεν ανήκει στο ‘παλιό κουλ’. Το να αποτάσσεσαι το παλιό κουλ δε θέλει απλά ελαφρότητα. Θέλει…. Και ζεστασιά θέλει, και θάρρος θέλει, και σπιρτάδα και…. να μην είσαι… Αυτός, 1-0. Να μην είσαι Μαλάκας μωρέ. Ορίστε, το είπα. Τι; Δεν το λέμε όλοι κάθε μέρα;

Η Νίκη και η Όλγα λοιπόν, μου δείχνουν τι έλειπε απ’ τη ζωή μου στα 20+: Αυτή τρυφερή αυθάδεια ως προς το πως ‘λειτουργούν τα πράγματα’. Κι αυτή είναι η θέση τους και σε σχέση με την πολιτιστική παραγωγή: Το χιούμορ, το παιχνίδι, ή αιχμή και ο αυτοσαρκασμός που χρειάζεται για να μεταβολιστεί αυτός ο περίεργος καιρός (που είναι όπως το stage ‘που δεν έχεις που να κάτσεις’) χωρίς άρνηση, χωρίς αυτολύπηση. Αλλά χωρίς να σε καταπίνει το μέσο.

Οι Σκιαδαρέσες έχουν μπει χωρίς φόβο και πάθος και με αρκετή επίγνωση στη διάχυση της μουσικής μέσα από άλλα φόρματ και παιχνίδια- ίσως απλά ο τρόπος που υπάρχει η Gen Z; (Πολύ λεπτή γραμμή- το ίντερνετ, ή έκφραση, ο τρόπος ‘ύπαρξης’).

Η πολυπραγμοσύνη και η διάχυση, η υπερβολική διαδικτύωση, το θάμπωμα των ορίων ανάμεσα στο άτομο και το εγχείρημα, το να είσαι η εικόνα σου… Είναι πράγματα που υπόγεια αφορούν τους πάντες με προεκτάσεις που δεν τις αντιλαμβανόμαστε πλήρως, αλλά νιώθουμε τη δυσφορία.

Οι Σκιαδαρέσες δεν έχουν άγνοια απέναντι σ’ αυτό. Η πλάγια ματιά τους και το diy είναι η δική τους απάντηση σ’ αυτό. Αντιτάσσουν το τρελό κέφι στο side hustle. Το να ξέρεις να περνάς ωραία και να περνάνε κι οι άλλοι μαζί σου, είναι μεγάλη δουλειά αφού όλα είναι εκεί εξώ, διαδικτυωμένα, μπερδεμένα, αβέβαια και παραδόξως χιλιοπαιγμένα στο enshitification του dating και της μουσικής (και της πολιτιστικής συνολικά ίσως) βιομηχανίας. Το να έχεις stagefright (όπως ομολογούν ανοιχτά κι εκείνες) την εποχή της διαδικτυακής υπερέκθεσης είναι καλό. Είναι δείγμα τρυφερότητας και φόβου κι ό φόβος δηλώνει ελπίδα.

Αυτό που προσπαθώ να πω τόση ώρα που παρακολουθώ τα reel τους πριν το λάιβ στο Σταυρό του Νότου είναι ότι δε φοβούνται το παρόν. Μιλάνε από το τώρα, διασκεδάζουν το τώρα.

Εδώ θα κάνω μια τελευτία δήλωση ως Μιλένιαλ που εκτοπίστηκε από το κέντρο λόγω του τζεντριφικέησιο. Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να καλύψω όλη τη συναυλία. Όχι γιατί θέλω να πάω σπιτάκι νωρίς. Αλλά γιατί πρέπει να προλάβω να επιστρέψω στα Μεσόγεια πριν μεταμορφωθώ σε κολοκύθα.

Οπότε είναι υπαρκτή η πιθανότητα να κάνω Ιρλανδική έξοδο από απ’ το πυτζάμα πάρτυ με θρίλερ, γλυκά, και μανικιούρ που οργανώνουν μαζί με τον Χαζόπουλο, το Χαρασκευά, τον Κακάκη, τον Κουτσή και τον Σαλιγκάρη. Ξέρουν ότι η Αθήνα στις κακές τις απλά δε νιώθει κάποιες φορές. Επίσης ίσως ξέρουν ότι διάβασα αυτό το δελτίο τύπου δύο φορές μέχρι να καταλάβω τι είχαν κάνει εκεί στο τέλος. (Εμότικον κλαυσίγελου)

Ο χώρος όταν φτάνω είναι ήδη γεμάτος και τα πρόσωπα που βλέπω δεν είναι απαραίτητα αυτά που περίμενα. Νιώθω ότι το κοινό έχει ένα εύρος χωρίς να μπορώ να το προσδιορίσω ακριβώς. Ίσως απλά ο καθένας μας φόρεσε τον εαυτό του χωρίς πολλή πολλή σκέψη. Και δε χρειάζεται εδώ άλλη περιγραφή.

Οι οικοδέσποινές μας συστήνουν την Ελεονόρα Λούκα που θα ανοίξει τη βραδιά με τρία τραγούδια. Όπως μας εξηγούν έρχεται από την Λάρισα και βασικά γαμάει. Η Ελεονόρα με το “Πάμε πάλι απ’ την αρχή” μας εξηγεί γιατί είναι αντικοινωνική. Από μικρή ήταν λιγάκι μπερδεμένη: ίσως κάτι η διάσπαση προσοχής, το ότι είναι μισή από αλλού κι ότι στο σχολείο αντί για τον κύριο Αντώνη γλυκοκοιτούσε την κυρία Θεώνη. Και τι κάνει άραγε ακόμη εδώ;

Κάτι ψάχνει στα “Κύματα”. Κάποια που φοβάται πως δε θα αναγνωριστεί, χαμένη στο πλήθος. Κάποια που μπορεί όντως οι τοξικές καταστάσεις να μην την αφήνουν να δει καθαρά. Κάποια πού όσο μικρή κι αν είναι η πόλη, όσες φορές και να επιστρέφει με το ίδιο πρόσωπο ή με άλλα, ίσως είναι η φύση της να παραμένει αόρατη. Όσο δε θα τα βρίσκει με τον εαυτό της.

Η Νίκη και η Όλγα επιστρέφουν και ανοίγουν το σετ με το Πάμε Ναύπλιο. Φοράνε εκείνο το καπελάκι που το λένε άθλιο αλλά για κάποιο λόγο εγώ πάντα το φανταζόμουν τέλειο. Φτιάχνουν τη βαλίτσα τους ανύποπτα. Σκέφτομαι κι εγώ μια δική μου. Ίσως εμμονή, ίσως αποφυγή, ίσως μια πράξη στο όριο του φόβου. Όπως και να έχει: Χάσαμε τόσα πολλά. Οι τάσεις φυγής είναι δεν είναι παράξενες. Μόνο που δεν είναι ούτε μονόπλευρες, ούτε ξεκάθαρες.

Συνεχίζουν με το “Δε θέλω να φύγεις”. Η βαλίτσα αλλάζει χέρια (πράξη συμπόνιας, αγάπης ή μήπως θυμού;) Μείνε παρακαλώ! Ένα παιχνίδι αμφιθυμίας. Κι όπως θυμάμαι να λέει ένας φίλος τα παιχνίδια συχνά πονάνε. Τα παιχνίδια όταν υποκαθιστούν την οικειότητα. Αλλά μέσα από τα παιχνίδια μαθαίνουμε. Το πιο βαθύ συναίσθημα κρύβεται πίσω από παιχνίδια- ανάμεσα στην ελαφρότητα και την αμηχανία.

Η αμηχανία βεβαίως είναι για να σπάει (ένα αστείο κάποιες φορές πρέπει να σπάει το κλάμα- για να κλάψεις καλύτερα μετά). “Λοιπόν ακούστε έχω κάνει τατουάζ το Χάρη!” κι από εδώ αρχίζει μια αλυσίδα από τατουάζ “Κι εγώ τον Αλέξη!” “Κι εγώ το Φάνη!” και χάνω λίγο το λογαριασμό, αλλά χαμογελάω που τόσοι πολλοί αγαπιούνται τόσο.

Και κάπου σ’ αυτό χαοτικό σύστημα από αλληλοτατουάσματα μπαίνει στη συζήτηση και ο Άρης που είναι πλανήτης, το φάντασμα ενός ψαριού-συντρόφου στις παιδικές διαστημικές αποστολές (τί εσείς δεν έχετε φορέσει ποτέ τη γυάλα στο κεφάλι για να βγείτε στην εξωπαραεξώσφαιρα;), είναι επίσης κάπου που συμπληρώνεις πλέον αίτηση για να πας.

Μπερδεύτηκες; Μήπως φταίει κάποιος άλλος Άρης; Ο Άρης από τις περιγραφές φαίνεται να έχει και εκλεκτές συγγένειες με κάποιον ανίκητο που τον έχουν τραγουδήσει κι αυτόν ως όφειλαν, μην ανησυχείτε. Θα τα πούνε ελπίζω αυτό το τραγούδι πριν ξεπορτίσω. Με την ευκαιρία. Ζει ακόμα ο Άρης. Δεν πέθανε. Απλά έγινε τραγούδι. Γιατί όσο να πεις η ιδέα να έχει σε παράλληλο χρόνο αποκτήσει μπυροκοίλι είναι πολύ απολαυστική ώστε να μην την κάνεις εικόνα.

Δεν έχει αλλά! Να ξεμπερδεύουμε με τις ψευδείς ευγένειες. Θα είμαστε όσο εκδικητικοί και όσο σουρεάλ θέλουμε στα τραγούδια μας. Χαμογελάω και με την κατάντια του Άρη και με τη διαστημική αποστολή. Με τη μετάλλαξη του χρόνου (ως Μιλενικό παιδί κάτι ξέρω από αυτό). Οπότε σους! Δε θα μας ρωτάτε- “Γιατί να είσαι έτσι κι όχι αλλιώς;” Γιατί πολύ απλά θα σου κάνουμε καθρεφτάκι. Μου αρέσει που χρησιμοποιούν, που έχουν πρόχειρο αυτό το παιχνίδι. Αυτή την απάντηση στο ‘προνόμιο του να είσαι προβληματικός’.

Δεν ξοδεύονται όμως στο θυμό για πολλή ώρα. Στο ‘Μπλε του καναπέ’ συμμετέχει κι ο Δημήτρης Κουζής στο βιολί και μας μεταφέρουν σε μια πιο νοσταλγική και θλιμμένη σκηνή. Μπορώ να φανταστώ πως είναι να ταυτίζεσαι με το μπλε του καναπέ. Σε μια παράξενη άσκηση στο όριο της μετεφηβείας, εκεί σ’ αυτή την ορθάνοιχτη μα και εντελώς ξαφνική ταυτόχρονα στροφή που δυναμώνει η ορμή στο αόρατο νερό που σε περιβάλλει. Μπορεί να προσπαθήσεις να εξαφανιστείς, μπορεί να προσπαθήσεις να γίνεις ένα με αυτό που ξέρεις ότι σύντομα θα αποχωριστείς. Να προσπαθήσεις να πάρεις το χρώμα του (όσο ξεθωριασμένο κι αν είναι) και να απαντήσεις στην αβεβαιότητα με μια παλινωδία που ξεχειλίζει μουσική τρυφερότητα: Αυτό αυτό αυτό. Μέχρι να αναγνωρίσεις ότι η κόκκινη κλωστή δεν υπάρχει πια στην ανέμη η έχει μπλεχτεί τόσο πολύ που πρέπει να κοπεί.

Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς αυτό που λένε. Αλλά σίγουρα είναι αυτό που μου θυμίζουν. Λίγο πιο σκληρό απ’ όσο κάποιοι παραδεχόμαστε.

Γιατί αυτό που έρχεται μετά είναι γεμάτο Πληθυντικούς. Άλλο ένα κόλπο της κυβέρνησης.

Νάτος πάλι ο χρόνος! “Ευχαριστώ για το χρόνο σου” θα σου πει όποιος κάπου υποπτεύεται ότι τον καταχράστηκε. “Η πολυτέλεια είναι ο χρόνος μωρό μου” Η Όλγα και η Νίκη δε γεννήθηκαν χτες “Τώρα συνέχισε μόνος σου.” αφού τελικά “Είσαι πιο ανώριμος απ’ ότι φαίνεσαι”. Και δε θα κάτσουν να το ανεχτούν. Ακόμη και σε έναν κόσμο με περιορισμένες τις ορατές επιλογές.

Μιλώντας για έλλειψη επιλογών, έχετε κάνει κι εσείς staycation; (Σε αντήχηση της ατάκας του 2000 ‘Είστε κι εσείς εγκλωβισμένοι;) Αυτό μου έφερε στο μυαλό η “Κουκαράτσα”, μια πόλη που λιώνει αλλά στη μέση της (μαζί με τις διάφορες φυλές από κουκαράτσες, τα τσίτος και το άφτερσαν και διάφορα άλλα αταίριαστα υλικά- “Τι αηδία! Τί χαρά!”) επιπλέει ήσυχα και λάμπει μες στο νέφος και την εξαΰλωση κάτι που ήταν και χτες και σήμερα όμορφο. Για αρκετό καιρό εν πάσει περιπτώσει, ώστε να το τραγουδάμε στη μέση του χειμώνα, ε; (Καρδούλα μωβ)

Αλλά επειδή το κλίμα αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη, είδατε ποτέ αετό να πιάνει καρχαρία; Νταλίκα στην αντίθετη λωρίδα; Αυτή την επιβίωση δύσκολη την έχουν κάνει.

Καταστροφές κάθε επιπέδου και διαστάσεων. Καταστροφές στο ερώτα και στη ζωή. Όλα, η ζωή και τα συναισθήματα διέπονται από αστάθεια και μια διάχυτη βία ακόμη. Μπορούμε να γελάσουμε λίγο μ’ αυτό. Αλλά όχι για να το συγκαλύψουμε. Για να το αποκρούσουμε.

Η Όλγα κάνει πέρσοναλ και μετράει βήματα. Σε ένα κωμικό ιντερλούδιο η μπάντα παίζει το Eye of the Tiger. Η Όλγα πέφτει και κάνει πους απς ενώ εξομολογείται φόβους, γκρίνιες, κριτικές. Και ξεκινάει να τραγουδάει μαζί με τη μπάντα. Ξεκινάει σχεδόν αμέσως και αδελφικός καυγάς, ή μήπως ένα παιχνίδι που περιέχει πολλά παιχνίδια; “Προτιμώ να μη μιλάμε / Προτιμώ να με βλέπεις και να αλλάζεις γωνία / Ήθελα να ρθω να σ’ αρπάξω απ’ την άλλη / Τι θέλω εγώ με τόση αγάπη γύρω / Ακυβέρνητο καράβι / Τραγούδι Τιτανικού / Κυρίες και κύριοι η Νίκη χουφτώνει την αδελφή της και οι γάτες είναι πολύ περίεργα πλάσματα- τους δίνεις αγάπη κι αυτές το χαβά τους. Κι υπάρχει πάντα αυτό το νούμερο που πάει κι αλλάζει αριθμό στα καλά καθούμενα. Ουφ.

Μετά από αυτό το χαοτικό αλλά απολαυστικό ποτ-πουρί η Νίκη και η Όλγα θέλουν να μας μιλήσουν λίγο για την Αθήνα. Οι αρμονίες τους μας πάνε σε μια μελαγχολική νυχτερινή διαδρομή. Περπατάμε όλη την Πατησίων γιατί δεν έχουμε λεφτά για ταξί. Τι σας έλεγα πριν; “Να μ αγαπά η Αθήνα δεν μπορεί και δεν ξέρει πως να νιώσει.” Κι όταν λείπει η αγάπη από την πόλη λείπει κι από μας.

Κάποια στιγμή φτάνουμε σπίτι. Αλλά δε μας παίρνει ο ύπνος. Κοιτάμε κάποιο προφίλ στο ημίφως, κάποιον που προς το παρόν μισούμε, θέλουμε να πάρουμε αγκαλιά να τους κάνουμε μούτρα. Και το τραγούδι που λέμε τότε μόνοι μας ανάσκελα είναι κάπως όπως αυτό: με ένταση, και αντίφωνα, και καρδιακό, και πολεμόχαρες.

Ή μπορεί να είναι και “Το Τραγούδι του Βαγγέλη”- αυτό το θεόχαζο πανηλίθιο κριντζ αυτοεγκαταλειπτικό συμβόλαιο που κάνεις δεν καταλαβαίνει τους άλλους όταν το κάνουν. Μέχρι που πριν να το συνειδητοποιήσεις μια ωραία μέρα έχεις πάει κι έχεις πει: “Θα σου προσέχω το γατί… / Κι άμα η μέρα σου πάει γάμησε τα στραβά έλα αν θες να σε κάνω καλά / …Εντάξει λοιπόν είμαστε φίλοι / …Φιλικά φίλησε με στο στόμα αν θες”.

Ουφ. Μπέρδεμα. Τι το παιδεύουμε; Δε βολεύει ποτέ δε βολεύει. Δε δουλεύει. Όλα κάνουν κύκλους. Έτσι είναι με όλους; Ένας από τους δυο περισσεύει; Κι όμως εδώ η μουσική μοιάζει να λέει κάτι άλλο από τα λόγια. Υπάρχει μια ανοιξιάτική ανταύγεια στον ορίζοντα. Το άνοιγμα και η παράξενη ανακούφιση όταν λέγεται η αλήθεια.

Είναι τόσο κακή όντως η εποχή; Τόσο άδεια η πολυκατοικία από ερωτευμένους; Romantic recession στο ισόγειο και στο απόγειο; Αυτό είναι το τέλος; Το αστικό τοπίο να υποτάσσεται στην έρημο του πραγματικού; “Λιγάκι δύσκολο να βρω χειρότερο από αυτό” τραγουδούν με μια φωνή. Όμως σίγουρα κάπου θα υπάρχει κάποιος που τους μοιάζει. Κάποιος που θα μπορεί να καταλάβει πως τα πολύπλοκα συναισθήματα έχουν και πλάκα.

Φεύγω πάνω στο Τραγούδι του Μαλάκα. Το σύμπαν είναι τρολ αλλά ξέρετε σε κάτι τέτοια μου αρέσει λιγάκι. Από μαζοχισμό ή από έλλειψη επιλογών. Και προσπαθώ να σκέφτομαι ότι αν μπορέσω να γίνω μια μέρα αυτή η θεία που την αφήνει η νεολαία να περάσει για λίγο απ’ το τραπέζι της, θα λέω στ’ ανίψια μου ότι είχα πάει να δώ τις Σκιαδαρέσες ένα βράδυ που ‘βρεχε και έφυγα πάνω στη στιγμή που παιζόταν αυτός ο καλτ ύμνος- θα τον έχετε ακούσει σίγουρα. Γιατί δυνάμει Μαλάκας είναι ο καθένας μας: Ο αδικημένος της υπόθεσης, ο ενοχλητικός, ο φίλος μας ο καρδιακός, αυτός που αφελώς μαζί του καρδιοαπαυτωθήκαμε, αυτός που καθ’ έξιν ψηφίσαμε, και αυτός που πρέπει επειγόντως να μάθουμε να μην είμαστε.

Γι’ αυτό τον τραγουδάμε και τον μουντζώνουμε σε εορταστικές υβρεοπομπές και σε πυτζάμα πάρτυ, γι’ αυτό γυρνάμε τον κόσμο προσπαθώντας να ξεφύγουμε από αρχαίες κατάρες. Και δεν έχει σημασία αν ξέρετε τους στίχους, αν ξέρετε να διαβάζετε Γραμμική Β, ή αν η ανατολή θα γίνει δύση. Σημασία έχει να τον λέτε με το όνομά του. Χωρίς μπίπ. Όπως οι Σκιαδαρέσες.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ