Γράφει ο Παύλος Ζέρβας

Η Ουγγαρία ακούγεται σαν χώρα που δεν χώρεσε ποτέ σε μία μόνο μουσική ταυτότητα. Από τη μία, έχει την αγροτική μνήμη των χωριών, τους χορούς, τα βιολιά, το cimbalom και τις φωνές που μοιάζουν να έρχονται από έναν παλιότερο κόσμο. Από την άλλη, έχει τη Βουδαπέστη των καφέ, των θεάτρων, της οπερέτας, της rock, της pop, της Eurovision και της σημερινής urban σκηνής. Στη μέση βρίσκεται ένας ολόκληρος μουσικός χάρτης: ο Δούναβης, η Μεγάλη Ουγγρική Πεδιάδα, η Τρανσδανουβία, η Τρανσυλβανία, τα χωριά των Μαγυάρων έξω από τα σημερινά σύνορα και οι πόλεις που μετέτρεψαν το τοπικό σε διεθνές.

Η ουγγρική μουσική δεν είναι μόνο η μουσική ενός κράτους. Είναι η μουσική ενός ευρύτερου πολιτισμικού χώρου, της παλιάς Κεντρικής Ευρώπης, όπου τα σύνορα άλλαξαν πολλές φορές, αλλά οι μελωδίες συνέχισαν να περνούν από χωριό σε χωριό, από ταβέρνα σε σαλόνι, από λαϊκό χορό σε συμφωνική αίθουσα και από κρατικό ραδιόφωνο σε στάδια γεμάτα από νέους ανθρώπους.

Ένας μουσικός χάρτης με κέντρο τον Δούναβη

Η Βουδαπέστη, χωρισμένη από τον Δούναβη σε Βούδα και Πέστη, έγινε το μεγάλο αστικό εργαστήριο: εκεί συναντήθηκαν η ακαδημαϊκή μουσική, η οπερέτα, τα καφέ, οι τσιγγάνικες ορχήστρες, η beat σκηνή των 60s, το rock των 70s και η σημερινή pop/rap κουλτούρα. Αλλά η καρδιά της ουγγρικής μουσικής δεν χτυπούσε μόνο στην πρωτεύουσα. Χτυπούσε στην πεδιάδα, στα σύνορα, στην επαρχία, στα χωριά της Τρανσυλβανίας…

Η Τρανσδανουβία, δυτικά του Δούναβη, έφερνε πιο «δυτικοευρωπαϊκές» αποχρώσεις και πιο κοντινή επαφή με την αυστριακή και γερμανική μουσική κουλτούρα. Η Μεγάλη Ουγγρική Πεδιάδα, το Alföld, έδινε ανοιχτό ορίζοντα, χορό, ρυθμό, λαϊκότητα και εκείνο το αίσθημα του χώρου που περνά συχνά στις μελωδίες. Η Τρανσυλβανία, ειδικά οι περιοχές των Székely, έγινε για τους Ούγγρους μουσικούς κάτι σαν αποθήκη μνήμης: ένα μέρος όπου σώζονταν παλαιότερα στρώματα τραγουδιών, τρόπων, χορών και φωνητικής έκφρασης.

Csárdás, verbunkos και cimbalom: ο ήχος πριν από τη δισκογραφία

Πριν από τα μεγάλα ονόματα, υπάρχει ο χορός. Το csárdás, με την αργή εισαγωγή και την εκρηκτική γρήγορη συνέχεια, είναι ίσως το πιο αναγνωρίσιμο λαϊκό μουσικοχορευτικό σύμβολο της Ουγγαρίας. Η λέξη συνδέεται με την csárda, την παλιά ταβέρνα/πανδοχείο της ουγγρικής υπαίθρου, και ο ίδιος ο χορός πήρε μορφή μέσα από έναν κόσμο δρόμων, πανηγυριών, έρωτα και συλλογικής έκστασης. Το verbunkos, που συνδέθηκε με στρατολογικούς χορούς, πέρασε στη συνέχεια στη ρομαντική εικόνα της «ουγγρικής» μουσικής και επηρέασε συνθέτες πολύ πέρα από την Ουγγαρία.

Κεντρικό όργανο σε αυτή την εικόνα είναι το cimbalom, το μεγάλο σαντούρι της Κεντρικής Ευρώπης, με μεταλλικές χορδές που χτυπιούνται με μικρά σφυράκια. Μαζί με τα βιολιά, το κοντραμπάσο, το κλαρίνο και τις τσιγγάνικες ορχήστρες, έδωσε στην ουγγρική μουσική έναν ήχο ταυτόχρονα λαϊκό και δεξιοτεχνικό. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές φορές η Δύση γνώρισε την «ουγγρικότητα» όχι από το καθαρό χωριάτικο τραγούδι, αλλά από την αστική, ρομαντικοποιημένη μορφή του, αυτή που ακουγόταν σε καφέ, αίθουσες και αργότερα σε συμφωνικές δημιουργίες.

Από το χωριό στην επιστήμη: Bartók και Kodály

Ο Béla Bartók και ο Zoltán Kodály άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο η Ουγγαρία άκουσε τον εαυτό της. Δεν αντιμετώπισαν το δημοτικό τραγούδι σαν γραφικό υλικό για ρομαντική διακόσμηση, αλλά σαν ζωντανό μουσικό σύστημα. Ταξίδεψαν, ηχογράφησαν, κατέγραψαν, συνέκριναν, μελέτησαν. Ο Kodály γεννήθηκε στο Kecskemét, στην κεντρική Ουγγαρία, ενώ ο Bartók γεννήθηκε στο Nagyszentmiklós, τότε στην Ουγγαρία της Αυστροουγγαρίας και σήμερα Sânnicolau Mare στη Ρουμανία. Και οι δύο έδειξαν ότι η ουγγρική μουσική δεν ήταν μόνο θέμα εθνικής υπερηφάνειας, αλλά και θέμα έρευνας, παιδείας και μουσικής γλώσσας.

Το Kecskemét έχει ιδιαίτερη συμβολική αξία λόγω Kodály. Δεν είναι απλώς η γενέτειρά του. Είναι το σημείο από το οποίο μπορεί κανείς να δει τη σύνδεση ανάμεσα στη μουσική, το σχολείο και την κοινωνία. Ο Kodály δεν ήθελε το τραγούδι να μένει στο μουσείο. Το ήθελε στο στόμα των παιδιών, στην εκπαίδευση, στην καθημερινή ζωή. Από εκεί ξεκινά και η διάσημη παιδαγωγική του προσέγγιση, που έκανε το ουγγρικό τραγούδι εργαλείο μουσικής παιδείας.

Ο Bartók, από την άλλη, συνδέεται γεωγραφικά με μια πιο «συνοριακή» Ουγγαρία. Το Nagyszentmiklós του Bánát, αλλά και οι συλλογές του στην Τρανσυλβανία και σε άλλες περιοχές, τον έφεραν σε επαφή με μια πολυεθνική μουσική πραγματικότητα. Δεν άκουγε μόνο «ουγγρικά» τραγούδια. Άκουγε ρουμανικά, σλοβακικά, σερβικά, αραβικά αργότερα, μουσικές που του έδειξαν ότι η ταυτότητα δεν είναι κλειστό κουτί, αλλά διαρκής διάλογος.

Liszt, Lehár, Kálmán: όταν η ουγγρική φαντασία μπαίνει στα σαλόνια της Ευρώπης

Πριν από τον Bartók και τον Kodály, η Ευρώπη είχε ήδη μια εικόνα της ουγγρικής μουσικής μέσα από τον Franz Liszt. Γεννημένος στο Doborján, σημερινό Raiding της Αυστρίας, σε περιοχή που τότε ανήκε στο Βασίλειο της Ουγγαρίας, ο Liszt έγινε ένας από τους μεγάλους πιανίστες και συνθέτες του 19ου αιώνα. Οι «Ουγγρικές Ραψωδίες» του δεν είναι απλή καταγραφή χωριάτικου τραγουδιού. Είναι μια λαμπερή, ρομαντική, δεξιοτεχνική εικόνα της ουγγρικής μουσικής όπως την άκουγε και τη φανταζόταν η Ευρώπη της εποχής.

Στη συνέχεια, η ουγγρική και αυστροουγγρική μουσική ταυτότητα πέρασε και στην οπερέτα. Ο Franz Lehár, γεννημένος στο Komárom/Komárno, και ο Imre Kálmán, γεννημένος στο Siófok, δίπλα στη λίμνη Balaton, συνδέθηκαν με την εποχή που η Βιέννη και η Βουδαπέστη συνομιλούσαν μουσικά. Η οπερέτα έφερε έναν άλλο τύπο ουγγρικότητας: πιο αστικό, πιο κοσμοπολίτικο, πιο θεατρικό. Σαν να περνάς από την ταβέρνα και το χωριό, στο θέατρο, στο βαλς, στο φως των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων.

Η Βουδαπέστη της όπερας και η Éva Marton

Η λόγια ουγγρική μουσική δεν σταματά στους συνθέτες. Η Βουδαπέστη υπήρξε και φυτώριο μεγάλων ερμηνευτών. Η Éva Marton, γεννημένη στη Βουδαπέστη, έγινε μια από τις σημαντικές δραματικές υψιφώνους της διεθνούς όπερας, με ρεπερτόριο που συνδέθηκε ιδιαίτερα με Puccini, Verdi, Richard Strauss και Wagner. Η περίπτωσή της δείχνει μια άλλη πλευρά της ουγγρικής μουσικής ταυτότητας: την αυστηρή σχολή, τη φωνητική δύναμη, την έξοδο από την εθνική σκηνή προς τη Metropolitan Opera, τη Βιέννη, το Bayreuth και τα μεγάλα λυρικά θέατρα.

Η Marton δεν ανήκει στον κόσμο του csárdás ούτε στην pop μνήμη της Ουγγαρίας. Ανήκει όμως στον ίδιο χάρτη, γιατί η Βουδαπέστη δεν έβγαλε μόνο τραγουδιστές για ραδιόφωνο και τηλεόραση. Έβγαλε και φωνές που μπορούσαν να σταθούν στο παγκόσμιο λυρικό ρεπερτόριο.

Το táncház και η επιστροφή του χωριού στην πόλη

Στη δεκαετία του 1970, η ουγγρική παράδοση ξαναμπήκε στη ζωή των νέων μέσα από το táncház, το «σπίτι του χορού». Δεν ήταν απλώς μια αναβίωση για τουρίστες. Ήταν ένας τρόπος να μάθουν οι άνθρωποι χορό και μουσική όχι σαν σκηνική παράσταση, αλλά σαν κοινωνική πράξη. Το táncház συνδύασε τη λαϊκή μετάδοση με παιδαγωγικές και ερευνητικές μεθόδους και έχει αναγνωριστεί από την UNESCO ως ουγγρικό μοντέλο μετάδοσης άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς.

Εδώ η Βουδαπέστη ξαναπαίζει ρόλο-κλειδί: η πρωτεύουσα δεν απορροφά απλώς την παράδοση, αλλά τη μετατρέπει σε αστικό βίωμα. Οι νέοι της πόλης μαθαίνουν χορούς από την Τρανσυλβανία, τη Μολδαβία, το Szék, τη Μεγάλη Πεδιάδα. Το χωριό δεν μένει πίσω στον χρόνο. Μετακινείται στο κέντρο της πόλης και γίνεται ξανά ζωντανό.

Márta Sebestyén: η φωνή που έκανε το folk διεθνές

Από αυτή την αναβίωση αναδύθηκε και η Márta Sebestyén, μια από τις πιο αναγνωρίσιμες ουγγρικές folk φωνές διεθνώς. Γεννημένη στη Βουδαπέστη, μεγάλωσε μέσα σε μουσικό περιβάλλον και συνδέθηκε στενά με τους Muzsikás, το σχήμα που έκανε την ουγγρική παραδοσιακή μουσική αναγνωρίσιμη σε διεθνή ακροατήρια. Η ίδια έχει αναφέρει ότι από παιδί βρισκόταν «κάτω από τη μαγεία» των λαϊκών τραγουδιών, ενώ η συνεργασία της με τους Muzsikás έφερε τραγούδια από περιοχές όπως η Τρανσυλβανία και το Somogy σε παγκόσμια σκηνή.

Η φωνή της έγινε για πολλούς ξένους ακροατές η πρώτη επαφή με την ουγγρική παράδοση. Το “Szerelem, szerelem”, γνωστό και από την ταινία “Άγγλος ασθενής”, δεν λειτουργεί απλώς ως τραγούδι. Λειτουργεί σαν πόρτα. Από εκεί περνάς σε μια μουσική που συγκινεί με χρώμα, άρθρωση, ανάσα και μνήμη…

Roma ήχος: από τις ορχήστρες των καφέ στο Paszab

Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για ουγγρική μουσική χωρίς τον ρόλο των Roma μουσικών. Από τις τσιγγάνικες ορχήστρες των αστικών κέντρων μέχρι τις τοπικές κοινότητες της βορειοανατολικής Ουγγαρίας, ο Roma ήχος έπαιξε τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση της εικόνας που έχουμε για το ουγγρικό πάθος, τη δεξιοτεχνία και τη μελαγχολία.

Ένα σύγχρονο παράδειγμα είναι οι Parno Graszt, από το χωριό Paszab της ανατολικής Ουγγαρίας. Το όνομά τους σημαίνει «λευκό άλογο» και η μουσική τους φέρνει στο προσκήνιο μια τοπική Roma παράδοση, με ακουστικά όργανα, φωνές, ρυθμό και έντονη σκηνική ενέργεια. Το Paszab, ένα χωριό που θα έμενε άγνωστο στον διεθνή μουσικό χάρτη, έγινε μέσω των Parno Graszt σημείο αναφοράς για τη σύγχρονη ουγγρική Roma μουσική.

Η beat και rock Ουγγαρία: όταν η Βουδαπέστη άκουσε Beatles, αλλά μίλησε ουγγρικά

Στα 60s και 70s, η Ουγγαρία έζησε τη δική της έκρηξη beat, rock και pop, μέσα σε ένα πολιτικό πλαίσιο πολύ διαφορετικό από της Δύσης. Η Βουδαπέστη έγινε το κέντρο μιας σκηνής που άκουγε Beatles, rock, ψυχεδέλεια και progressive, αλλά έπρεπε να τα περάσει μέσα από ουγγρική γλώσσα, κρατικά μέσα, φεστιβάλ τραγουδιού και περιορισμούς της σοσιαλιστικής περιόδου.

Οι Illés συχνά αντιμετωπίζονται ως το μεγάλο συγκρότημα της ουγγρικής beat γενιάς. Με στοιχεία folk-rock και με στίχους που μπορούσαν να μιλήσουν σε μια νεότερη γενιά, έγιναν σημείο αναφοράς της δεκαετίας. Δίπλα τους η Zsuzsa Koncz, με τον János Bródy και τους Illés, έδωσε στη γυναικεία pop φωνή μια διάσταση πιο κοινωνική, πιο ποιητική και πιο πολιτικά υπαινικτική.

Οι Omega έφτασαν ακόμη πιο μακριά. Το “Gyöngyhajú lány”, η «Κοπέλα με τα μαργαριταρένια μαλλιά», είναι ίσως το πιο διεθνώς αναγνωρίσιμο ουγγρικό rock τραγούδι. Κυκλοφόρησε στο τέλος της δεκαετίας του ’60 και ταξίδεψε σε πολλές χώρες, αποκτώντας σχεδόν μυθική θέση στην κεντροευρωπαϊκή rock μνήμη.

Οι Locomotiv GT, με μέλη που είχαν περάσει από μεγάλα σχήματα όπως οι Omega, Metró και Hungária, έδωσαν στην ουγγρική rock πιο σύνθετο, progressive και αργότερα πιο funk/pop προσανατολισμό. Η ιστορία τους είναι χαρακτηριστική μιας σκηνής που ήθελε να κοιτάξει προς τα έξω, αλλά συχνά έπρεπε να διαπραγματεύεται με τα όρια του καθεστώτος.

Sarolta Zalatnay, Kati Kovács και οι μεγάλες γυναικείες φωνές της pop-rock

Η Sarolta Zalatnay, γνωστή και ως Cini, είναι από τις περιπτώσεις που δίνουν χρώμα στην ιστορία. Γεννημένη στη Βουδαπέστη, ξεκίνησε από την pop και προχώρησε σε rock, blues-rock και πιο δυναμικό ύφος, σε μια εποχή που οι γυναίκες ερμηνεύτριες έπρεπε συχνά να χωρέσουν σε πιο στενά καλούπια. Το “Nem várok holnapig”, με τους Omega πίσω της, τη βάζει δικαιωματικά στον πυρήνα της ουγγρικής 60s/70s σκηνής.

Η Kati Kovács είναι εξίσου σημαντική. Από τις μεγάλες ουγγρικές φωνές της pop, της rock, της soul και της ελαφράς μουσικής, συνεργάστηκε και με τους Locomotiv GT και άφησε τραγούδια που δείχνουν πόσο ευρύ μπορούσε να είναι το φωνητικό και υφολογικό πεδίο της ουγγρικής σκηνής. Το “Add már, uram, az esőt!” είναι από εκείνα τα τραγούδια που συνδυάζουν pop, ψυχεδελικό χρώμα και δραματική ερμηνεία.

Στην ίδια ευρύτερη περίοδο, οι Neoton Família έφεραν την ουγγρική pop πιο κοντά στη disco και στη διεθνή αγορά. Το “Santa Maria” έγινε μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στην Ουγγαρία αλλά και εκτός συνόρων, δείχνοντας ότι η χώρα μπορούσε να εξάγει και καθαρά εμπορικό pop προϊόν.

Eurovision: Friderika, Kati Wolf, Boggie και η ευρωπαϊκή εικόνα της Ουγγαρίας

Η Eurovision υπήρξε για την Ουγγαρία ένα παράθυρο προς τη μεταψυχροπολεμική Ευρώπη. Η Friderika Bayer σημάδεψε την πρώτη συμμετοχή της χώρας το 1994 με το “Kinek mondjam el vétkeimet?”, μια λιτή, σχεδόν προσευχητική μπαλάντα που έφτασε στην 4η θέση και παραμένει το καλύτερο αποτέλεσμα της Ουγγαρίας στον διαγωνισμό.

Η Kati Wolf, με το “What About My Dreams?” το 2011, εκπροσώπησε μια πιο σύγχρονη, δυναμική, dance-pop πλευρά. Το τραγούδι δεν πέτυχε τελικά τη μεγάλη θέση που πολλοί περίμεναν, αλλά έμεινε χαρακτηριστικό παράδειγμα της ουγγρικής Eurovision pop των 00s/10s.

Η Boggie, κατά κόσμον Boglárka Csemer, έφερε ένα διαφορετικό πρόσωπο. Το “Nouveau Parfum” έγινε viral το 2014, με ένα βίντεο που σχολίαζε την κατασκευή της εικόνας και την ψηφιακή «τελειότητα», ενώ το 2015 εκπροσώπησε την Ουγγαρία στη Eurovision με το “Wars for Nothing”. Στη δική της περίπτωση, η Βουδαπέστη συνδέεται όχι μόνο με την pop παραγωγή, αλλά και με μια πιο καλλιτεχνική, ευρωπαϊκή, πολυγλωσσική αισθητική.

12 τραγούδια-κλειδιά για να μπεις στη μουσική φιλοσοφία της Ουγγαρίας

1. Παραδοσιακό csárdás / verbunkos
Το σημείο εκκίνησης. Ο αργός και γρήγορος χορευτικός παλμός που διαμόρφωσε τη λαϊκή εικόνα της Ουγγαρίας.

2. Franz Liszt – “Hungarian Rhapsody No. 2”
Η ρομαντική, δεξιοτεχνική εικόνα της ουγγρικής μουσικής μέσα από το πιάνο και τη φαντασία του 19ου αιώνα.

3. Franz Lehár – “Vilja-Lied” από την οπερέτα The Merry Widow
Η ουγγρική/αυστροουγγρική κομψότητα περνά στο ευρωπαϊκό θέατρο.

4. Béla Bartók – “Three Hungarian Folksongs from the Csík District”
Η λαϊκή συλλογή της Τρανσυλβανίας μεταμορφώνεται σε λόγια μουσική γλώσσα.

5. Zoltán Kodály – “Intermezzo” από το Háry János
Ο Kodály δείχνει πώς η λαϊκή φαντασία μπορεί να γίνει συμφωνικό χρώμα.

6. Rezső Seress – “Szomorú vasárnap” / “Gloomy Sunday”
Η σκοτεινή, αστική μελαγχολία της Βουδαπέστης σε ένα τραγούδι που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο.

7. Sarolta Zalatnay – “Nem várok holnapig”
Η γυναικεία pop-rock ενέργεια της Ουγγαρίας των 60s, με τους Omega στο φόντο.

8. Omega – “Gyöngyhajú lány”
Το μεγάλο ουγγρικό rock τραγούδι που ξεπέρασε τα σύνορα και έγινε διαχρονικό.

9. Kati Kovács – “Add már, uram, az esőt!”
Δυνατή φωνή, ψυχεδελικό χρώμα και pop-rock δραματικότητα.

10. Neoton Família – “Santa Maria”
Η ουγγρική disco/pop της εποχής που κοίταζε καθαρά προς τη διεθνή αγορά.

11. Friderika Bayer – “Kinek mondjam el vétkeimet?”
Η Ουγγαρία της μεταψυχροπολεμικής Ευρώπης συστήνεται στη Eurovision με μια μπαλάντα σχεδόν εξομολογητική.

12. Azahriah, DESH & Young Fly – “PANNONIA”
Η σημερινή ουγγρική pop/urban σκηνή: γλώσσα, διαδίκτυο, συνεργασίες και νέα αυτοπεποίθηση.

Η σημερινή mainstream σκηνή: Βουδαπέστη, διαδίκτυο και νέα ουγγρική αυτοπεποίθηση

Σήμερα η ουγγρική μουσική δεν εκπροσωπείται μόνο από μνήμη, folk και παλιά rock. Η νέα σκηνή είναι δυνατή, αστική, συχνά rap/trap/pop, με καλλιτέχνες που κυριαρχούν στο διαδίκτυο, στα εγχώρια charts και σε μεγάλους χώρους. Ο Azahriah είναι το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα: από το YouTube και την αυτοδημιούργητη online ταυτότητα πέρασε σε τρεις διαδοχικές sold out βραδιές στην Puskás Aréna της Βουδαπέστης το 2024, γεγονός που τον έκανε σύμβολο μιας νέας ουγγρικής pop εποχής.

Azahriah
Είναι ο καλλιτέχνης που δείχνει πώς η σημερινή Ουγγαρία μπορεί να μιλήσει με ήχο reggae, trap, hip hop, pop και ηλεκτρονικά στοιχεία χωρίς να χάνει την τοπική γλώσσα και ταυτότητα. Η επιτυχία του δεν είναι μόνο μουσική. Είναι κοινωνικό φαινόμενο, γιατί δείχνει μια γενιά που μεγάλωσε περισσότερο με οθόνες παρά με τηλεοπτικά φεστιβάλ.

DESH
Συχνά δίπλα στον Azahriah, αλλά και με δικό του ισχυρό αποτύπωμα, ο DESH είναι από τα ονόματα που κινούν τη σημερινή ουγγρική pop/urban σκηνή. Στα σημερινά ψηφιακά charts της Ουγγαρίας εμφανίζονται συχνά συνεργασίες και τραγούδια του, κάτι που δείχνει πόσο κεντρικός είναι στον σύγχρονο ήχο.

Majka
Πιο παλιός από τη νεότερη γενιά, ο Majka συνδέει το ουγγρικό rap με τη μεγάλη εγχώρια δημοφιλία, την τηλεόραση και το ευρύ κοινό. Είναι από τα πρόσωπα που έκαναν το hip hop πιο mainstream για την ουγγρική αγορά.

Krúbi
Ο Krúbi φέρνει πιο αιχμηρή, σατιρική και κοινωνικά φορτισμένη πλευρά. Δεν είναι απλώς διασκεδαστής. Είναι καλλιτέχνης που χρησιμοποιεί το rap σαν σχόλιο πάνω στην ουγγρική πραγματικότητα.

Beton.Hofi
Με πιο σύγχρονη αισθητική, σκοτεινότερη ενέργεια και έντονο προσωπικό ύφος, ο Beton.Hofi εκπροσωπεί μια γενιά που δεν χρειάζεται να μιμηθεί αμερικανικά πρότυπα για να ακουστεί επίκαιρη. Η ουγγρική γλώσσα, στο δικό του πλαίσιο, γίνεται ρυθμικό υλικό.

Pogány Induló
Νεότερος, πιο underground στην αφετηρία του, αλλά με ευρύτερη απήχηση, φέρνει στο προσκήνιο μια πιο ωμή και νεανική έκφραση. Είναι από τα ονόματα που δείχνουν πως η ουγγρική σκηνή δεν εξαντλείται σε μία μόνο εκδοχή pop.

Halott Pénz
Σχήμα με μεγάλη απήχηση, πιο κοντά στο pop-rap και στη συναυλιακή κουλτούρα μεγάλου κοινού. Συνδέει μελωδικότητα, ραπ και εύκολη επικοινωνία με το κοινό.

Follow The Flow
Ανήκουν στη γενιά των σχημάτων που έκαναν το ουγγρικό pop-rap ραδιοφωνικό και μαζικό, με τραγούδια που πατούν στην καθημερινή γλώσσα και σε ρεφρέν που ανοίγουν εύκολα προς το κοινό.

Bagossy Brothers Company
Πιο κοντά σε indie/pop-rock ευαισθησία, δείχνουν ότι η σύγχρονη ουγγρική mainstream σκηνή δεν είναι μόνο rap και trap. Υπάρχει χώρος και για πιο οργανικό, τραγουδοποιητικό ήχο.

Η Ουγγαρία ως μουσική διασταύρωση

Η δύναμη της ουγγρικής μουσικής βρίσκεται στο ότι δεν έκοψε ποτέ εντελώς τους δεσμούς της με το παρελθόν. Ακόμη και όταν κοιτάζει προς το διαδίκτυο, τα στάδια και τα ψηφιακά charts, κουβαλά πίσω της μια πολύ παλιά αίσθηση ρυθμού, φωνής και μελαγχολίας. Η Βουδαπέστη είναι η βιτρίνα, αλλά όχι η μόνη πηγή. Το Kecskemét του Kodály, το Nagyszentmiklós του Bartók, το Doborján του Liszt, το Komárom του Lehár, το Siófok του Kálmán, το Paszab των Parno Graszt, τα χωριά της Τρανσυλβανίας και η Μεγάλη Πεδιάδα είναι όλα κομμάτια του ίδιου μουσικού χάρτη.

Η Ουγγαρία έμαθε να μετατρέπει το τοπικό σε εθνικό και το εθνικό σε διεθνές. Αυτό έκανε ο Liszt με τη ρομαντική φαντασία. Αυτό έκαναν οι Bartók και Kodály με την επιστημονική συλλογή. Αυτό έκανε η Márta Sebestyén με τη φωνή της. Αυτό έκαναν οι Omega με το rock. Αυτό έκανε η Friderika στη Eurovision. Αυτό κάνει σήμερα ο Azahriah, με εντελώς άλλα εργαλεία.

Και κάπως έτσι, η ουγγρική μουσική συνεχίζει να κινείται ανάμεσα σε δύο εικόνες: ένα βιολί που ξεκινά αργά σε μια παλιά csárda και ένα στάδιο στη Βουδαπέστη που τραγουδά μαζί με έναν νέο καλλιτέχνη της ψηφιακής εποχής…

—————————————

Το μουσικό ταξίδι συνεχίζεται την επόμενη Κυριακή, με μια νέα χώρα και τους δικούς της ήχους.

—————————————

👉 Δείτε όλα τα αφιερώματα της σειράς «Οι μουσικές του πλανήτη»

—————————————

Κάθε Κυριακή ταξιδεύουμε μουσικά σε μια διαφορετική χώρα και ανακαλύπτουμε την ιστορία και τους ήχους της. Αν θέλετε να μη χάνετε κανένα από αυτά τα μουσικά ταξίδια, γραφτείτε παρακάτω στη σελίδα, στο newsletter του MusicCorner για να λαμβάνετε πρώτοι τα νέα άρθρα…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ